Γράφει ο Αθανάσιος Χ. Παπανδρόπουλος

Δημοσιεύθηκε στο EURO2day στις 22 Ιουλίου 2014

change

Ενώ οι αναδυόμενες οικονομίες επισημοποίησαν και την θεσμική παρουσία τους στον κόσμο που αλλάζει, στην Ελλάδα το πρόβλημα είναι η υγεία του Μαζιώτη και το πώς συνελήφθη!

 

Από το 1994 και μετά, η Κίνα, η Ινδία, η Βραζιλία, η Νότιος Αφρική και εν μέρει η Ρωσία, συνολικά και κατά μέσον όρο γνωρίζουν ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης που φθάνει το 7% και είναι, για την ίδια περίοδο, τριπλάσιος του αντίστοιχου των αναπτυγμένων δυτικών χωρών. Είναι δε σαφές, κυρίως στις περιπτώσεις της Κίνας και της Ρωσίας, ότι αυτός ο ρυθμός ανάπτυξης στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στην δυτική κατανάλωση, με τις ΗΠΑ, για παράδειγμα, να είναι κορυφαίος αγοραστής κινεζικών προϊόντων. Επίσης, είναι εξίσου σαφές ότι τεράστια κινεζικά αποθεματικά κεφάλαια και όχι μόνον επενδύθηκαν σε αμερικανικούς τίτλους, γεγονός που επέτρεψε στις αμερικανικές κυβερνήσεις να χρηματοδοτούν την εσωτερική κατανάλωσή τους εν μέρει με κινεζικό χρήμα, το οποίο στην συνέχεια μετατρεπόταν σε κινεζικές εξαγωγές.

Σήμερα, οι προαναφερόμενες χώρες έχουν αποθεματικά κεφάλαια πάνω από 6.000 δισεκατ. δολλάρια, ποσό τριπλάσιο από το σύνολο της δυτικής αποταμιεύσεως. Μέρος δε του αστρονομικού αυτού ποσού χρησιμοποιείται για να χρηματοδοτεί δυτικά δημόσια χρέη, ενώ το 25% έχει επενδυθεί σε ευρώ. Έτσι, πριν λίγες ημέρες οι αποκαλούμενες χώρες BRICS (Βραζιλία, Ρωσία, Ινδία, Κίνα και Νότιος Αφρική), μετά από πολύμηνες επίσημες και ανεπίσημες συζητήσεις, απεφάσισαν να ιδρύσουν μία αναπτυξιακή τράπεζα με έδρα την Σαγκάη, κεφάλαιο 50 δισεκατ. δολλάρια και ένα κοινό αποθεματικό ταμείο με 100 δισεκατ. δολλάρια προίκα.

Το γεγονός αυτό έγινε δεκτό στην Δύση με αρκετό σκεπτικισμό, γιατί είναι γνωστές, πρώτον, οι διαφορές που χωρίζουν την Κίνα με την Ινδία και, δεύτερον, οι καχυποψίες που διατηρεί η Ρωσία απέναντι στο Πεκίνο και την ηγεσία του. Έτσι, για πολλά δυτικά μέσα επικοινωνίας το ζωτικό ερώτημα που μένει να απαντηθεί είναι αυτό της βιωσιμότητας της πρωτοβουλίας αυτής. Σε πρώτη ανάγνωση, αρκετοί παρατηρητές επισημαίνουν ότι η Ομάδα BRICS δεν είναι παρά ένα δορυφορικό σχήμα γύρω από την Κίνα, η οποία είναι και η μόνη οικονομική δύναμη που μπορεί να ανταγωνισθεί τις ΗΠΑ. Άλλοι τονίζουν ότι η απόφαση επισπεύθηκε με αφορμή την κυοφορούμενη ευρω-ατλαντική εμπορική και επενδυτική συμφωνία, η οποία αφ’ εαυτής αποτελεί κορυφαίο γεωπολιτικό και γεωοικονομικό γεγονός.

Ένα γεγονός που σκοπό έχει να αποτελέσει παράγοντα ισορροπίας σε μία εποχή όπου η δυτική συμμετοχή στην παγκόσμια οικονομία υποχωρεί προς όφελος των αναδυόμενων χωρών –οι οποίες τα 30 τελευταία χρόνια αύξησαν την συμμετοχή τους στο παγκόσμιο ΑΕΠ από 27% σε 42%. Την ίδια περίοδο, η Κίνα επιδιώκει να καθιερωθεί ως η δεύτερη οικονομία στον κόσμο, εξέλιξη που από μόνη της δρομολογεί σοβαρές ανακατατάξεις σε επίπεδα ισχύος και οικονομικής επιρροής.

Στο μέτρο λοιπόν που, με ατμομηχανή τους την Κίνα, οι αναδυόμενες χώρες επιδιώκουν να ενισχύσουν την συμμετοχή τους στις παγκόσμιες λήψεις αποφάσεων, τί το πιο φυσικό να επιθυμούν και την ανάλογη θεσμική τους παρουσία στις υπό εκκόλαψη νέες μορφές παγκόσμιας διακυβέρνησης. Με την τελευταία πρωτοβουλία τους, συνεπώς, ουσιαστικά δημιουργούν οργανισμούς αντίστοιχους του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας, επειδή θεωρούν ότι Αμερικανοί και Ευρωπαίοι δεν τούς ακούν, ούτε αντιμετωπίζουν τα δικά τους προβλήματα. Ως γνωστόν, τόσο το ΔΝΤ όσο και η Παγκόσμια Τράπεζα –που ιδρύθηκαν μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, με σκοπό να εξασφαλίσουν την ευστάθεια του διεθνούς οικονομικού συστήματος– διοικούνται αποκλειστικά από Αμερικανούς και Ευρωπαίους, με τις ΗΠΑ όμως να έχουν για μεγάλο διάστημα και την παγκόσμια νομισματική κυριαρχία. Από αυτήν, εξάλλου, τα τριάντα τελευταία χρόνια, προέκυψαν και οι σοβαρότερες κρίσεις της διεθνούς οικονομίας, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι παραγνωρίζεται και ο ρόλος χωρών που παράγουν πετρέλαιο και άλλες πρώτες ύλες.

Από την άλλη πλευρά, ωστόσο, η είσοδος της Κίνας στην παγκόσμια αγορά από το 1986 και μετά, η κατάρρευση του κομμουνισμού και η ανάδυση της χρηματοοικονομίας σε πηγή παραγωγής πλούτου, τόνωσαν την οικονομική παγκοσμιοποίηση, η οποία προσέφερε δυνάμει δυνατότητες και κεφάλαια στις χώρες της Ασίας, της Λατινικής Αμερικής και της Νοτίου Αφρικής.

Όταν, λοιπόν, με αφορμή την κρίση του 2007, οι χώρες αυτές διαπίστωσαν ότι Αμερικανοί και Ευρωπαίοι είχαν τις δικές τους προτεραιότητες, που κυρίως εκπήγαζαν από την υπερχρέωσή τους, αποφάσισαν να αξιοποιήσουν προς ίδιον όφελος την κατάσταση αυτή, η οποία έχει και αρκετές πολύπλοκες πλευρές. Αποφάσισαν έτσι να ιδρύσουν τους δικούς τους θεσμούς, να αποκτήσουν περισσότερη ευελιξία στον χειρισμό δικών τους προβλημάτων και στην κάλυψη δικών τους αναγκών. Στο σημείο αυτό, θα πρέπει να τονιστεί ιδιαίτερα ότι, στην αντιπαράθεση Δύσης-BRICS, το ποτήρι ξεχείλισε στον χειρισμό της ελληνικής οικονομικής κρίσης.

Ίσως οι περισσότεροι δεν το θυμούνται, αλλά οι περισσότερες αντιδράσεις για το πρόγραμμα διάσωσης της Ελλάδας στο ΔΝΤ προέρχονταν από τους Βραζιλιάνους, τους Ρώσους και τους Μεξικανούς. Οι χώρες αυτές τόνιζαν ότι δεν είναι δυνατόν 11 εκατομμύρια Έλληνες να δέχονται υπερπενταπλάσια βοήθεια από τα 800 εκατομμύρια πεινασμένων στην Αφρική, χωρίς καν να τηρούν και αυτά που οι ίδιοι υπόσχονται. Ωστόσο, οι ενστάσεις αυτές πετάχτηκαν στο καλάθι των αχρήστων διότι Αμερικανοί και Ευρωπαίοι θεώρησαν την ελληνική κρίση εξόχως επικίνδυνη για την ευστάθεια τόσο της ευρωζώνης όσο, κατά δεύτερο λόγο, και της αμερικανικής οικονομίας. Οι συμπεριφορές αυτές, αλλά και η αμερικανική νομισματική πολιτική τους τελευταίους μήνες, σε συνδυασμό και με την ουκρανική κρίση, δείχνουν να έπεισαν τις χώρες BRICS να προχωρήσουν σε μία αποφασιστική κίνηση επανατοποθέτησής τους στην διεθνή πολιτική και οικονομική τάξη, σε μία περίοδο όπου Ευρώπη και Αμερική δεν βρίσκονται στην καλύτερή τους συγκυρία.

Παρόλα αυτά, στο παιχνίδι της επαναδιάταξης της διεθνούς τάξης, ο δυτικός κόσμος έχει ακόμα αρκετά και ισχυρά ατού με το μέρος του. Είναι επίσης βέβαιον ότι θα προσπαθήσει να αξιοποιήσει με τις κατάλληλες κινήσεις την καχυποψία που εξακολουθεί να σκιάζει τις σχέσεις της Κίνας τόσο με την Ινδία (λόγω ανεπίλυτων συνοριακών διαφορών, αλλά και ανταγωνισμού για την περιφερειακή επιρροή), όσο και με την Ρωσία, η οποία παγίως ανησυχεί για την απειλή που συνιστά ο δημογραφικός κολοσσός νοτίως των αχανών, πλην αραιοκατοικημένων, απωανατολικών επαρχιών της. Εξ ου και οι κρισιμότερες στιγμές στην Σύνοδο της Fortaleza ήταν οι διμερείς συναντήσεις που είχε στο περιθώριο των εργασιών ο Κινέζος ηγέτης Σι Τζινπινγκ με τον νέο πρωθυπουργό της Ινδίας Ναρέντα Μόντι και τον Ρώσο πρόεδρο Βλαντιμίρ Πούτιν.

Ζητούμενο της πρώτης συνάντησης ήταν να διαπιστωθεί κατά πόσον ο ηγέτης των ινδουϊστών εθνικιστών, με την πρόσφατη ηχηρή εκλογική εντολή, σκοπεύει να εργαστεί (όπως και δήλωσε) για την ενδυνάμωση των σινο-ινδικών σχέσεων και την διευθέτηση των παλαιών μεθοριακών εκκρεμοτήτων, ή δελεάζεται από την προοπτική μιας στενότερης συνεργασίας με την Ουάσινγκτον. Ζητούμενο της δεύτερης συνάντησης ήταν να διερευνηθεί αν η σινο-ρωσική σύμπραξη, που προωθήθηκε θεαματικά με την συμφωνία φυσικού αερίου που υπογράφηκε στην πρόσφατη επίσκεψη Πούτιν στο Πεκίνο, έχει συγκυριακά ή περισσότερο «στρατηγικά» χαρακτηριστικά. Θα προχωρήσουμε χωρίς ταλαντεύσεις, ήταν η φράση-κλειδί που εκστόμισε ο Σι στην κωδική γλώσσα των Κινέζων ιθυνόντων. Κατά τα λοιπά, η στάση των BRICS στην ουκρανική κρίση έδωσε το μήνυμα ότι η επαπειλούμενη απομόνωση της Ρωσίας δεν είναι εφικτή.

Μια νέα εποχή ξεκινά λοιπόν για τους συσχετισμούς δυνάμεων στον πλανήτη μας, με τις οικονομίες των διαφόρων παικτών να παίζουν σοβαρότατο ρόλο στο γήπεδο της γεωπολιτικής και της γεωοικονομίας. Όλα αυτά, όμως, είναι ήσσονος σημασίας θέματα μπροστά στο μεγάλο πρόβλημα της υγείας του αρχιδολοφόνου Μαζιώτη και στο αν συνελήφθη τυχαία ή όχι από τις διωκτικές αρχές…