Γράφει ο Παναγιώτης Μποκοβός

Αναδημοσιεύθηκε στο Αττικό Βήμα στις 21 Ιουλίου 2014

andres-erotimatiko

Δικαίως οι πολίτες διερωτώνται μεγαλοφώνως και σε κάθε μέσο, έντυπο ή ηλεκτρονικό, ποιος επιτέλους κυβερνά αυτόν τον τόπο: η κυβέρνηση που την εκλέγει ο λαός, τα ανώτατα δικαστήρια που κρίνουν επιλεκτικά αντισυνταγματικές τις περικοπές σε μισθούς και συντάξεις, χαράσσοντας πλέον δική τους δημοσιονομική πολιτική, οι συνδικαλιστές που απεργούν, καταλαμβάνουν δημόσια κτίρια και απειλούσαν επί ημέρες να κατεβάσουν τους διακόπτες της ΔΕΗ, γιατί δεν συμφωνούν με το κυβερνητικό νομοσχέδιο που δημιουργεί τη μικρή ΔΕΗ που θα πωληθεί σε ιδιώτες ή οι διάφοροι τραμπούκοι που απαγορεύουν τη λειτουργία ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων και δέρνουν καθηγητές κατόπιν σχετικής εντολής;

Νομίζω ότι η εύλογη απάντηση είναι απλή: όλοι μαζί συγκυβερνούν προς διαφορετική κατεύθυνση ο καθένας και έτσι που πάμε, ο τελικός στόχος τους είναι η βασιλεία του χάους. Και όλα αυτά γίνονται, γιατί η κυβέρνηση έπαυσε να είναι δυναμική και επέστρεψε στα παλιά, στη θεοποίηση του πολιτικού κόστους και στις λαϊκίστικες συμπεριφορές. Πιο απλά: χαϊδεύει αυτιά ψηφοφόρων και δείχνει πρόθυμη να θυσιάσει την ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας για να κερδίσει κάποιες ψήφους στις προσεχείς βουλευτικές εκλογές. Γι’ αυτό άλλωστε απομακρύνθηκαν οι μεταρρυθμιστές υπουργοί, για να υπουργοποιηθούν γνωστοί λαϊκιστές βουλευτές. Τον χορό του παραλόγου και τη χάραξη νέας δημοσιονομικής πολιτικής για τους εκλεκτούς του συστήματος, άνοιξε το Μισθοδικείο που -απαρτίζεται από δικαστές, δικηγόρους και καθηγητές νομικών σχολών- που έκρινε ότι είναι αντισυνταγματικές οι περικοπές των αποδοχών των εν ενεργεία δικαστικών και απαίτησε να επανέλθουν στα προ του Ιουλίου 2012 επίπεδα, από την ημέρα έκδοσης της απόφασής του και να επιστραφούν αναδρομικά τα περικοπέντα ποσά.

Ακολούθησε το Συμβούλιο της Επικρατείας που έκρινε αντισυνταγματικές τις περικοπές των μισθών των ενστόλων από 1 Αυγούστου 2012 και μέχρι σήμερα και διέταξε να επανέλθουν οι αποδοχές τους στα παλαιά επίπεδα και να τους επιστραφούν αναδρομικά τα παρανόμως παρακρατηθέντα. Παράλληλα διοχετεύθηκε και η θεωρία περί του «σκληρού πυρήνα» του κράτους, που αποτελούν δικαστικοί και στρατιωτικοί, οι οποίοι ως μέλη του δικαιούνται ιδιαίτερη οικονομική μεταχείριση. Έτσι οι δικαστικοί που πρώτοι «δικαιώθηκαν» δεν είναι μόνοι, συμβαδίζουν στον νέο δημοσιονομικό δρόμο μαζί με τους ενστόλους.

Τέλος, η ολομέλεια του Ελεγκτικού Συνεδρίου, σχεδόν ομοφώνως, «δικαίωσε» τους συνταξιούχους δικαστικούς, εισαγγελείς και τα μέλη του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, κρίνοντας αντισυνταγματικές τις περικοπές των συντάξεών τους και διέταξε την επιστροφή των συντάξεων στα επίπεδα του 2012 και την αναδρομική επιστροφή των παρακρατηθέντων. Προφανώς η απόφαση αυτή θα θεωρηθεί πυξίδα και για τις υποθέσεις δεκάδων χιλιάδων συνταξιούχων ειδικών μισθολογίων, όπως των ενστόλων, των διπλωματών, πανεπιστημιακών και άλλων.

Ενδιαφέρον έχει το σκεπτικό του Ε.Σ.: οι περικοπές στις συντάξεις των δικαστικών είναι αντίθετες στη συνταγματική αρχή της αναλογικότητας και στη συνταγματική διάταξη περί ισότητας. Ακόμη προσκρούει και στις διατάξεις της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου που προστατεύουν την περιουσία στην οποία περιλαμβάνονται οι μισθοί και οι συντάξεις. Αλλά όλα αυτά αφορούν το σύνολο των συνταξιούχων, δηλαδή πάνω από 2,5 εκατομμύρια άτομα του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα, γιατί αυτές τις πρόνοιες και τις προστασίες, τόσο το Σύνταγμα, όσο και η Ε.Σ.Δ.Α. τις προβλέπουν για όλους τους πολίτες και όχι μόνο και ειδικά για τους δικαστικούς. Έτσι αν οι παραπάνω αποφάσεις των ανώτατων δικαστηρίων, απαιτούν τουλάχιστον 800 εκατ. ευρώ για την υλοποίησή τους, η επέκτασή τους σε όλους τους συνταξιούχους και στους εργαζόμενους μισθωτούς, μεταφράζεται σε μερικά δισεκατομμύρια ευρώ, ουσιαστικά στην ανατροπή της επιτευχθείσας δημοσιονομικής προσαρμογής.

Ιδού γιατί δεν μπορούν τα ανώτατα δικαστήρια να χαράσσουν τη δική τους δημοσιονομική πολιτική και μάλιστα κατά τρόπο προκλητικά επιλεκτικό. Προφανώς ούτε και τα κατώτερα δικαστήρια δικαιούνται να εκδίδουν προσωρινές διαταγές επιστροφής στην εργασία ατόμων που έληξαν οι συμβάσεις τους και να αρνούνται στη συνέχεια να δικάσουν επί της ουσίας, επικαλούμενα τον γνωστό φόρτο υποθέσεων.

Εντύπωση προκαλεί η επιστολή του προέδρου του ΣτΕ που αναρτήθηκε στην ηλεκτρονική σελίδα του και στην οποία ομιλεί περί «εκστρατείας καταπτοήσεως του δικαστικού σώματος» που ξεκίνησε μετά τις αποφάσεις του Μισθοδικείου και του ΣτΕ -πού αναφέρουμε παραπάνω- και η οποία εκδηλώνεται «με αλλεπάλληλα δημοσιεύματα, τηλεοπτικές εκπομπές και άλλα Μέσα Ηλεκτρονικής Επικοινωνίας». Υπενθυμίζουμε στον κ. πρόεδρο του ΣτΕ ότι ο ελληνικός λαός έχει πολύ έντονο και ισχυρό το περί δικαίου αίσθημα και ήταν επόμενο να αντιδράσουν εργαζόμενοι και συνταξιούχοι για τις παραπάνω επιλεκτικές αποφάσεις των ανώτατων δικαστηρίων της χώρας, οι οποίες ουσιαστικά χωρίζουν τα εκατομμύρια των ενδιαφερομένων σε πολίτες πρώτης και δεύτερης κατηγορίας, πράγμα απαράδεκτο για τη δημοκρατία μας. Νέοι διχασμοί δεν μας χρειάζονται και δη για ολίγα ή πολλά ευρώ.

Μετά την απόφαση του Μισθοδικείου, η κυβέρνηση είχε αντιδράσει δυναμικά, απειλώντας τη λήψη άλλων δημοσιονομικών μέτρων εναντίον των «δικαιωθέντων». Ήδη φαίνεται διατεθειμένη να μοιράσει χρήματα, εφαρμόζοντας τις παραπάνω αποφάσεις για λαϊκίστικους λόγους. Αλλά πριν αρχίσει τη διανομή, ας σκεφθεί ότι η φάμπρικα της «δικαίωσης» θα συνεχιστεί για πολλές χιλιάδες ενδιαφερομένους. Που θα βρει τα δις ευρώ; Και ας μην τολμήσει να υιοθετήσει πρόταση έξυπνου αξιωματούχου του υπουργείου Οικονομικών, να πληρώσει το κόστος των παραπάνω αποφάσεων το κοινωνικό σύνολο, γιατί στις εκλογές δεν θα την σώσουν οι «δικαιωθέντες». Και το κυριότερο: ας μη διχάζει τον Λαό!

 

Πηγή: ΑΤΤΙΚΟ ΒΗΜΑ