Γράφει ο Στάμος Ζούλας

Δημοσιεύθηκε στην Καθημερινή στις 10 Αυγούστου 2014

Υποκρισία

Εύλογα διερωτάται κανείς γιατί τα πολιτικά μας κόμματα, ευρηματικά και λαλίστατα στα θέματα της πολιτικής αντιπαράθεσης, τηρούν σιγήν ιχθύος στα κρούσματα συνδικαλιστικής διαφθοράς που αποκαλύπτονται ή εξακολουθούν να συμβαίνουν. Μετά τη ΔΕΗ, τον ΟΤΕ και άλλες ΔΕΚΟ, ξεσκεπάζεται, τώρα και το «πάρτι εκατομμυρίων» από τους συνδικαλιστές των ΕΛ.ΤΑ. Ουδόλως έχει απασχοληθεί η Βουλή, ουδεμία ερώτηση βουλευτού έχει κατατεθεί για τα δισεκατομμύρια που αφαιρέθηκαν από τον Ελληνα φορολογούμενο, για να κατασπαταληθούν από τους συνδικαλοκηφήνες. Ο λόγος της σιωπής είναι απλός. Η ευθύνη της τεράστιας συνδικαλιστικής διαφθοράς βαρύνει όλα τα πολιτικά κόμματα, τα οποία εξακολουθούν διά της σιγής, έμπρακτα να την αρνούνται, κυρίως, δε, αποφεύγουν εμφανώς να την αποδοκιμάσουν και να την κολάσουν. Βεβαίως, στα πολιτικά μας κόμματα ήταν εντεταγμένοι οι συνδικαλιστές της διαρπαγής και της χλιδής. Κομματοδιορισμένες ήταν και οι διοικήσεις των ΔΕΚΟ, που ανέχθηκαν ή και συνέργησαν στη διαρπαγή. Ποιος να μιλήσει και να πει τι. Ολοι μαζί και από κοινού εξέθρεψαν τη συνδικαλιστική διαφθορά, με επιδίωξη το πατρονάρισμα των λαϊκών αντιδράσεων, την πελατειακή σχέση, τη συγκάλυψη σκανδάλων, τον δίκαιο (αναλογικά) διαμοιρασμό της «λείας».

Το φαινόμενο επεκτάθηκε τόσο, ώστε οι συνδικαλοκηφήνες, από όργανα των κομματικών μηχανισμών, άρχισαν να αυτονομούνται, να απειλούν και να εκβιάζουν τους πάτρωνές τους, με κομματικές μεταπηδήσεις, με εναντιώσεις στην «επίσημη γραμμή» κ.λπ. Η αποκάλυψη της διαρπαγής, με πρωτοστάτη τον επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης Λέανδρο Ρακιντζή, και η εν συνεχεία παρέμβαση της Δικαιοσύνης ουδόλως μετέβαλαν την κατάσταση. Υπόλογοι συνδικαλιστές εξακολουθούν να «εκπροσωπούν» κυβερνώντα ή αντιπολιτευόμενα κόμματα, ενώ βασικός υποδοχέας όσων έχουν χαρακτηρισθεί ανεπιθύμητοι και αποβλητέοι έχει αναδειχθεί ο ΣΥΡΙΖΑ. Ακόμη και υπόδικοι για βαρύτατα αδικήματα ευελπιστούν στη συνδικαλιστική τους αποκατάσταση και στην απόδοση του «ευαγούς» ρόλου τους, αν το κόμμα αυτό καταστεί κυβέρνηση… Συνεπώς, τι να καταγγείλει και πώς να αποδώσει ευθύνες στην κυβέρνηση ο –κατά τ’ άλλα εξαιρετικά πολιτικοφιλόδικος– κ. Τσίπρας;

Με τα δεδομένα αυτά η στάση θεατού των κομμάτων στο συγκεκριμένο θέμα αποτελεί ένα ακόμη χάσμα των πολιτικών μας με το κοινό αίσθημα. Διότι όλοι γνωρίζουμε πως ο κομματοσυνδικαλισμός, με ό,τι τον δημιούργησε και τον θέριεψε, αποτέλεσε ένα από τα βασικά αίτια της οικονομικής κατάρρευσης της χώρας και της συνακόλουθης ανυποληψίας του πολιτικού μας συστήματος. Το τελευταίο αυτό, όμως, όφειλαν να το αντιληφθούν οι ηγεσίες των κομμάτων. Είναι εξοργιστικά αντιφατικό να διατηρούν κομματικές οργανώσεις και να συνεργάζονται με χρυσοκάνθαρους συνδικαλιστές, ενώ ταυτόχρονα επαγγέλλονται την κατάλυση του «αμαρτωλού παρελθόντος» και την εξυγίανση της δημόσιας ζωής. Διότι οι εν λόγω επαγγελίες, από τη μία πλευρά πιστοποιούν πως οι πολιτικοί μας ταγοί έχουν αντιληφθεί τα πραγματικά αίτια της απαξίωσής τους και από την άλλη οι πράξεις τους αυτοδιαψεύδουν διακηρύξεις και προθέσεις. Επιπροσθέτως, δε, είναι επόμενο να θεωρούνται από τους «παθόντες» Ελληνες πολίτες ως «νέα» απόπειρα εξαπάτησης και εμπαιγμού τους. Τούτο πρέπει, κυρίως, να το συνειδητοποιήσουν τα κυβερνώντα κόμματα, που επαγγέλθηκαν την «αλλαγή σελίδας» και θα κριθούν, επ’ αυτού, στις εκλογές. Πρωτίστως, δε, ο ΣΥΡΙΖΑ, που ως αξιωματική αντιπολίτευση οφείλει να εκφράζει την εξυγιαντική και όχι τη μολυσματική συνταγή του παρελθόντος…

 

Πηγή: Καθημερινή