Γράφει ο Αθανάσιος Χ. Παπανδρόπουλος

Δημοσιεύθηκε στην Ναυτεμπορική στις 25 Αυγούστου 2014

ISIS

Οι τζιχαντιστές χρηματοδοτούνται από ένα ασύλληπτο σε μέγεθος οικονομικό σύστημα το οποίο σήμερα εκτιμάται ότι αντιπροσωπεύει πάνω από 1,2 τρισεκατομμύρια δολλάρια

 

Με την κυρία που πίνουμε καφέ, κάπου στις Βρυξέλλες, χρειάστηκαν προσπάθειες πάνω από δύο χρόνια για να μπορέσουμε να συναντηθούμε. Εργάζεται σε μια μεγάλη διεθνή οργάνωση στην βελγική πρωτεύουσα, υπήρξε μέλος των μυστικών υπηρεσιών μεγάλης χώρας, άσκησε διπλωματικά καθήκοντα στον ισλαμικό κόσμο, είναι δόκτωρ πολιτικών επιστημών.

Το  2010 έγραψε ένα βιβλίο με το ψευδώνυμο Enyo (η Ενυώ ήταν δεύτερη θεότητα του πολέμου στην αρχαιότητα και για κάποιους επρόκειτο για κόρη του Άρη). Με τίτλο «Η Ανατομία Μιας Καταστροφής» και υπότιτλο «Η Δύση, το Ισλάμ και ο πόλεμος στον 21ο αιώνα», το βιβλίο της Enyo, αν λάβουμε υπ’ όψιν μας τί συμβαίνει σήμερα, υπήρξε προφητικό. Παράλληλα, όμως, είναι πλούσιο σε στοιχεία, εμπειρίες και αναλύσεις που αφορούν στον ισλαμικό κόσμο και υπό αυτή την έννοια αποτελεί μία μοναδική πηγή πληροφοριών. Ωστόσο, από τις πληροφορίες αυτές ο αναγνώστης συνειδητοποιεί ότι, σε βάθος χρόνου, η σύγκρουση της Δύσης με το Ισλάμ είναι αναπόφευκτη. Απομένει όμως να δει κανείς ποιες μορφές θα πάρει η σύγκρουση αυτή και τί γεωπολιτικές ανακατατάξεις θα προκαλέσει.

Αυτά ήταν και τα θέματα που επί ένα δίωρο συζητήσαμε με την δρα Enyo, η οποία πιστεύει ο 4ος παγκόσμιος πόλεμος έχει ήδη ξεκινήσει και, κατά πάσα πιθανότητα, θα είναι πολύ μακράς διάρκειας. Κατά την εκτίμησή της, ο τζιχαντισμός είναι η νέα μορφή του φονταμενταλισμού στον ισλαμικό κόσμο και προσελκύει πλέον τεράστιες κατηγορίες νέων οι οποίοι για διάφορους λόγους απομακρύνονται από τις παραδοσιακές θρησκευτικές και πολιτικές οργανώσεις. Ακόμα, η εντυπωσιακή διείσδυση των τζιχαντιστών στο μουσουλμανικό κόσμο έχει οδηγήσει πολλούς θρησκευτικούς ηγέτες του τελευταίου να αναγνωρίζουν την τρομοκρατία ως πράξη αντιστάσεως στους εχθρούς του Ισλάμ –που είναι οι Εβραίοι, οι Αμερικανοί, οι Βρεταννοί, οι Γάλλοι και εν μέρει οι Ρώσοι λόγω της εισβολής τους στην Τσετσενία.

Από την πλευρά τους, οι νέοι θεωρητικοί του αποκαλούμενου ισλαμικού νεοφονταμενταλισμού υπενθυμίζουν στους νέους  ότι η Δύση και ο χριστιανισμός υπήρξαν παραδοσιακοί εχθροί του Ισλάμ, καθώς από τον Πάπα Ουρβανό Β’ ξεκίνησαν το 1095 οι Σταυροφορίες κατά του ισλαμικού κόσμου. «Ο λαός του Ισλάμ έχει υποφέρει από την επιθετικότητα, την ανομία και την αδικία, ενώ έχει υποστεί τα πάνδεινα από την συμμαχία των Σιωνιστών, Σταυροφόρων και των συνεργατών τους», έγραφε το 1996 ο Οσάμα μπιν Λάντεν για να δικαιολογήσει την πρόσκλησή του για ένοπλο αγώνα «κατά όλων αυτών που χύνουν αίμα μουσουλμάνων στο Ιράκ, στην Παλαιστίνη, στον Λίβανο, στην Βιρμανία, στο Κασμίρ, στις Φιλιππίνες, στην Τσετσενία, στην Βοσνία-Ερζεγοβίνη, στην Σομαλία, στο Τατζικιστάν, στην Ινδονησία».

Μπορεί δε κάποιοι μουσουλμάνοι ηγέτες επισήμως να απορρίπτουν την πρόσκληση αυτή, ωστόσο δεν ισχύει το ίδιο ανεπισήμως. Έτσι, σε πάμπολλες περιπτώσεις πολιτικοί και θρησκευτικοί ηγέτες του μουσουλμανικού κόσμου χρησιμοποιούν την ρητορική του μίσους κατά των «εχθρών του Ισλάμ», γιατί η γλώσσα αυτή είναι ευκολότερα κατανοητή από μάζες απαίδευτων και πτωχών μουσουλμάνων που τελούν υπό καθεστώς πλήρους άγνοιας για όσα συμβαίνουν γύρω τους.

Για πολλές φυλές της κεντρικής Ασίας, του Καυκάσου και της Αφρικής, για τους μουσουλμάνους στην νοτιοανατολική Ασία καθώς και τους γεννημένους στις βιομηχανικές πόλεις της Ευρώπης, το Ισλάμ έχει γίνει το βασικό στοιχείο αναφοράς της ταυτότητάς τους. Η συμμετοχή σε μία κοινότητα συνεπάγεται την υποταγή σε μία σειρά από κανόνες που επιβάλλονται από το Κοράνι. Για εκατομμύρια μουσουλμάνους, τα τζαμιά σε όλο τον κόσμο είναι κοινωνικο-οικονομικές άγκυρες σε ταραγμένα νερά. Για πολλούς, έτσι, το Ισλάμ έχει γίνει συνώνυμο του μουσουλμανικού κόσμου. Ο εχθρός παρουσιάζεται με το θρησκευτικό ένδυμά του –Σιωνιστές, Σταυροφόροι, όπως το χαρακτήριζε ο μπιν Λάντεν. Και ως εκ τούτου, «για τους καλούς μουσουλμάνους ο αγώνας εναντίον τους δεν είναι μία προοπτική, είναι καθήκον: η εντολή θανάτου των Αμερικανών και των συμμάχων τους –πολιτών και στρατιωτικών– είναι ατομικό καθήκον για κάθε μουσουλμάνο, που μπορεί να το επιτελέσει σε οποιαδήποτε χώρα είναι δυνατό να το επιτελέσει…», έγραφε ο μπιν Λάντεν.

Όπως πριν χίλια χρόνια ο Ουρβανός Β’ χρησιμοποίησε την Ιερουσαλήμ και την κακομεταχείριση των χριστιανών και των προσκυνητών ως πρόφαση για πόλεμο, οι ισλαμιστές ηγέτες έχουν στραμμένο το δάχτυλο προς το κράτος του Ισραήλ και τους δυτικούς συμμάχους του. «Η μεροληπτική στάση τους σε βάρος των Παλαιστινίων δεν είναι τίποτε περισσότερο από το πρόσχημα και την αιτία του σύγχρονου ιερού πολέμου, ένας παγκόσμιος πόλεμος εναντίον της Δύσης», αναφέρει η δρ. Enyo, και σίγουρα θέτει ένα πολύ σοβαρό γεωπολιτικό και γεωοικονομικό πρόβλημα. Επισημαίνει, παράλληλα, ένα άλλο σοβαρό θέμα, αυτό της μη διανοητικής εξόδου του μουσουλμανικού κόσμου από τον μεσαίωνα και τις εποχές όπου κατακτούσε μέρος της Ευρώπης.

Ωστόσο, μπορεί στο θρησκευτικό και πολιτικό επίπεδο ο μουσουλμανικός κόσμος να βρίσκεται στην εποχή του δυτικού μεσαίωνα, όμως από οικονομικής πλευράς η κατάσταση είναι εντελώς διαφορετική.

Όπως επισημαίνει η Λορέττα Ναπολεόνι, Ιταλίδα οικονομολόγος και σύμβουλος δυτικών κυβερνήσεων σε θέματα που αφορούν την «οικονομία του τρόμου»,  ισλαμικά οικονομικά συμφέροντα έχουν σοβαρή διείσδυση στην Δύση και εμμέσως ή αμέσως ελέγχουν αρκετούς τραπεζικούς και παραγωγικούς τομείς των αναπτυγμένων δυτικών οικονομιών. Υπό αυτή τους δε την ιδιότητα, σε κάποιες περιπτώσεις συνδέονται και με την ισλαμική τρομοκρατία –με την τελευταία να αποτελεί πλέον ισχυρό οικονομικό μέγεθος. «Στην νέα οικονομία της τρομοκρατίας βασική μηχανή είναι η σύγχρονη τζιχάντ. Πρόκειται για μία βάρβαρη ισλαμική επαναστατική ιδεολογία, η οποία εδράζεται αποκλειστικά στο μίσος και καλύπτεται εντέχνως πίσω από την μουσουλμανική αναζήτηση για ταυτότητα και κοινωνικο-οικονομικές εμπνεύσεις», αναφέρει η Λορέττα Ναπολεόνι.

Κατά την Ιταλίδα ερευνήτρια και δημοσιογράφο, η σύγχρονη τζιχάντ τροφοδοτείται από ένα ιδιαίτερα σημαντικό δίκτυο οικονομιών που ελέγχονται από ισλαμικά κράτη, κράτη-πυρήνες και ένοπλες οργανώσεις. Τα οικονομικά της όρια είναι πολλά και κυμαίνονται από νόμιμες μέχρι εγκληματικές επιχειρήσεις. Η εξαγωγή αραβικής μαστίχας, η μεταβίβαση πλούτου σε αυτήν από πλούσιους μουσουλμάνους μέσω φιλανθρωπικών οργανώσεων, η λαθραία διακίνηση όπλων και ναρκωτικών και το ξέπλυμα χρήματος είναι όλα μέρος μιας προσπάθειας να επιτευχθεί η οικονομική της αυτάρκεια. Ισλαμικά κράτη-πυρήνες θέλουν να δρέψουν τα πλεονεκτήματα αυτού του δικτύου, το δίκτυο τα αγκαλιάζει και το σύστημα επεκτείνεται.

Σήμερα, ο διακηρυγμένος στόχος της σύγχρονης τζιχάντ είναι η καταστροφή του κράτους του Ισραήλ και των «δυτικών ιμπεριαλιστών συμμάχων του» –πολιτικές οντότητες οι οποίες προσδιορίζονται από την «θρησκευτική απληστία» τους, δηλαδή τον ιουδαϊσμό και τον χριστιανισμό. Όμως, αν πάμε πίσω από αυτή την ασπίδα της θρησκείας, η πραγματικότητα φέρνει στο προσκήνιο τους πραγματικούς εχθρούς του μουσουλμανικού κόσμου, που είναι εσωτερικές και εξωτερικές δυνάμεις που τον εκμεταλλεύονται οικονομικά.

Στο πλαίσιο αυτό, μία εντυπωσιακή έρευνα του Γάλλου συγγραφέα και πολιτικού ερευνητή Ξαβιέ Ράουφερ φέρνει στο προσκήνιο τις διασυνδέσεις της ισλαμικής τρομοκρατίας με τις κατά περιοχές μαφίες, όπως και με οργανώσεις παράνομων πωλήσεων όπλων. Υπογραμμίζει επίσης ότι, μετά την πτώση της ΕΣΣΔ, δημιουργήθηκαν νέες ευκαιρίες για τις ισλαμικές δυνάμεις σε χώρες με μεγάλους μουσουλμανικούς πληθυσμούς, όπου η διαφθορά και η παραοικονομία εκτινάχθηκαν στα ύψη. Δυστυχώς δε, στις περιοχές αυτές –πρώην κρατικές οντότητες του σοβιετικού συστήματος που είχαν οικονομική δύναμη– συμμάχησαν με τον βαχαβισμό, που ως γνωστόν είναι η πιο αυστηρή θρησκευτική ερμηνεία και πρακτική του Ισλάμ. Παράλληλα, όμως, η συμμαχία αυτή ενσωματώθηκε και στο δυτικό οικονομικό σύστημα, το οποίο την εποχή εκείνη τελούσε υπό κατάσταση ευφορίας και περί άλλα τύρβαζε.

Έτσι, όπως επισημαίνει η Λορέττα Ναπολεόνι, σήμερα, στο παγκόσμιο χωριό της διεθνούς οικονομίας, τομείς που σχετίζονται με την τρομοκρατία βρίσκονται αναπόφευκτα σε σχέση αλληλεπίδρασης με τις οικονομίες των δυτικών χωρών. Ξέπλυμα χρήματος, νόμιμες επιχειρήσεις ελεγχόμενες από ένοπλες οργανώσεις, φιλανθρωπική βοήθεια –αυτές είναι μερικές μόνον από τις σχέσεις ανάμεσα στα δύο συστήματα. Ο βαθμός αλληλεξάρτησής τους είναι εντυπωσιακά υψηλός. Τα δε όπλα αποτελούν τις μεγαλύτερες πηγές εσόδων και εξόδων στο ισοζύγιο πληρωμών των ένοπλων οργανώσεων. Δυτικά και ισλαμικά οικονομικά ιδρύματα ανακυκλώνουν το μεγαλύτερο μέρος των χρημάτων που παράγονται από την παγκόσμια παράνομη οικονομία, ήτοι περί τα 1,5 τρισεκατομμύρια δολλάρια τον χρόνο. «Όταν ρώτησα έναν γνωστό Άγγλο οικονομολόγο τί θα συνέβαινε αν αυτή η ρευστότητα αφαιρούνταν ξαφνικά από το σύστημα, παραδέχθηκε ότι ο δυτικές οικονομίες θα γνώριζαν νέα ύφεση», λέει η Λορέττα Ναπολεόνι.

Την άποψη αυτή, ωστόσο, αντικρούει ο γνωστός οικονομολόγος Νουριέλ Ρουμπίνι που λέει ότι, ναι μεν το μαύρο χρήμα αποτελεί στοιχείο της παγκόσμιας οικονομικής δραστηριότητας, πλην όμως το παράνομο εμπόριο όπλων αντιπροσωπεύει μετά βίας το 0,3% του παγκόσμιου ΑΕΠ. Από την πλευρά του, ο γνωστός Περουβιανός οικονομολόγος Χερνάντο ντε Σότο, στο βιβλίο του «Τα μυστήρια του κεφαλαίου» τονίζει ότι το οικονομικό έγκλημα και η παραοικονομία γνωρίζουν ημέρες δόξας στον αναπτυγμένο κόσμο, όπου κυριαρχούν η διαφθορά και η θεσμική αβεβαιότητα. «Αυτά τα δύο στοιχεία», έλεγε σε πρόσφατη ομιλία του ο Χ. ντε Σότο, «είναι και οι κύριες πηγές που επιτρέπουν στην οικονομία της τρομοκρατίας να αποκτήσει αρθρώσεις σε ζωτικούς τομείς και να γίνεται έτσι και μέσο κοινωνικού εκβιασμού».

Σήμερα, η όλη κατάσταση προσλαμβάνει και μία πρωτόγνωρη δραματική μορφή. Η οργάνωση Ισλαμικό Κράτος του Ιράκ και της Συρίας (ISIS) θεωρείται η πλουσιότερη τρομοκρατική οργάνωση στον κόσμο και υπολογίζεται ότι, με τα 450 εκατ. δολλάρια που οι τζιχαντιστές πήραν από την Κεντρική Τράπεζα της Μοσούλης, διαθέτουν κεφάλαιο δισεκατομμυρίων δολλαρίων για τον «ιερό πόλεμο». Σε αυτό δε το κεφάλαιο έρχονται να προστεθούν χρηματοδοτήσεις από αραβικές χώρες όπως η Σαουδική Αραβία και το Κατάρ, οι οποίες εντελώς υποκριτικά παίζουν σε δύο ταμπλώ. Οι τζιχαντιστές εκμεταλλεύονται επίσης τις πετρελαιοπηγές της βόρειας Συρίας και παράλληλα αντλούν πόρους από κοινωνικά δίκτυα με αρθρώσεις στη καρδιά των δυτικών κοινωνιών.

Είναι συνεπώς κατάδηλο ότι η «οικονομία του τρόμου» είναι ένα πολυκέφαλο τέρας και, αν δεν αντιμετωπισθεί ως τέτοιο, η συνέχεια θα είναι πολύ δυσάρεστη –σε πολλά επίπεδα…