Γράφει η Μερόπη Ν. Σπυροπούλου*

Δημοσιεύθηκε στην Εστία στις 2 Σεπτεμβρίου 2014

Fog-After-The-Rain

Μια διαπίστωση, που έχει γίνει καθημερινή, σχεδόν, επωδός στις πολιτικές – και όχι μόνο – συζητήσεις, είναι η αποστασιοποίηση και η έλλειψη διάθεσης των άξιων πολιτών, στο να συμμετάσχουν ουσιαστικά σε ό,τι ονομάζουμε πολιτικό βίο της χώρας μας. Συγχρόνως, υπάρχει μια γενικευμένη απογοήτευση και μια απαξιωτική θεώρηση «για όλους και για όλα».

Νομίζω, λοιπόν, ότι η εποχή μας είναι η εποχή του απογοητευμένου πολίτη. Κι αυτό δεν αφορά μόνο στην οικονομική κατάσταση. Ο πολίτης διαπιστώνει ότι, σε μία χώρα με δημοκρατικό, κατά τεκμήριο, πολίτευμα, το «κράτος του δήμου» – η δύναμη και εξουσία του λαού – είναι μία ουτοπία. Το φαινόμενο δεν περιορίζεται στην πατρίδα μας. Για πολλές και διαφορετικές αιτίες, έχει μία παγκόσμια εξάπλωση. Με αποτέλεσμα, οι σύγχρονοι πολιτικοί και κοινωνικοί αναλυτές να θεωρούν ότι, από την εποχή της Δημοκρατίας έχουμε περάσει σε μια εποχή «Μετα – δημοκρατίας», στην οποία η απογοήτευση των πολιτών ενδημεί σαν μολυσματική νόσος.

       Σε μια προσπάθεια να σταχυολογήσουμε μερικές από τις αιτίες του φαινομένου, δεν μπορεί να μην σταθούμε πρώτα στο ίδιο το γεγονός ότι, η Δημοκρατία, ως πολίτευμα, υπήρξε ανθρώπινη επινόηση, που εφαρμόζεται στην πράξη από ανθρώπους, σε ανθρώπινα σύνολα. Κατά συνέπεια, είναι φυσικό να εμπεριέχει, στην εκάστοτε εκδοχή της, ανθρώπινες ατέλειες και αδυναμίες. Όσο δε υπήρχαν, στην Ευρώπη, ολοκληρωτικά καθεστώτα, οι πολίτες που ζούσαν σε χώρες όπου ίσχυαν δημοκρατικά πολιτεύματα είχαν ένα στοιχειώδες μέτρο σύγκρισης. Μπορούσαν, αφ’ ενός να διαπιστώσουν τα συγκριτικά πλεονεκτήματα της Δημοκρατίας – ανεξαρτήτως των κατά περίπτωση ποιοτικών χαρακτηριστικών της – και αφ’ ετέρου, να δείχνουν κάποια ανοχή και επιείκεια για τις εγγενείς μικρές ή μεγάλες αδυναμίες της. Από την στιγμή, όμως, που, σε ολόκληρη την Ευρώπη, λίγο ή πολύ, ισχύουν πια δημοκρατικά πολιτεύματα, στα οποία επικράτησε κυρίαρχη η μονοδιάστατη δόμηση του «οικονομικού ανθρώπου», γίνεται όλο και περισσότερο αντιληπτό ότι αυτό το πολίτευμα παραχαράχθηκε.

     Η προσπάθεια για στοιχειώδη καταγραφή των αιτίων της απογοήτευσης οδηγεί σε μια επιγραμματική κατηγοριοποίησή τους, όπως: Υπονόμευση των θεσμών και έκπτωση των ηθικών αξιών, μέσα από φαινομενικά «δημοκρατικές» διαδικασίες και στο όνομα μιας απόλυτης ατομικής ελευθερίας. Δυνατότητα της, ατιμωρητί, μη εφαρμογής – καταστρατηγήσεως των νόμων από τούς πολίτες, που καταλήγει σε ασυδοσία. Κυριαρχία των ισχυρών οικονομικών συμφερόντων και αντίστοιχη δυνατότητα άμεσης και έμμεσης ποδηγέτησης της κοινής γνώμης, μέσα από διαπλοκή με τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης. Επαγγελματισμός των πολιτικών, αναξιοπιστία των λόγων τους, και στάσεις ζωής που υπονομεύουν την εκτίμηση των πολιτών προς αυτούς ή τείνουν να αποτελέσουν παραδείγματα προς μίμηση. Έλλειψη αξιοκρατίας στην δημόσια ζωή. Κρούσματα γενικευμένης διαφθοράς και σκάνδαλα. Εκβιασμοί από μειοψηφίες ή στρατευμένες συνδικαλιστικές συντεχνίες, που καταλύουν τις συντεταγμένες λειτουργίες του κράτους. Τεχνοκρατική και μονοσήμαντη χρησιμοθηρική εκπαίδευση, στείρα από στοιχεία ουσιαστικής αγωγής και ανθρωπιστικής Παιδείας.

    Τα αποτελέσματα από τα πιο πάνω ή κι από άλλα διαβρωτικά στοιχεία που θα είχε κάποιος να προσθέσει, αποτελούν τις κύριες αιτίες εκφυλισμού της ουσιαστικής έννοιας της Δημοκρατίας και της εξαλλαγής της σε αυτό που χαρακτηρίζεται ως «Μετα-δημοκρατία». Πέρα, όμως, από τις αποκαρδιωτικές διαπιστώσεις, το επείγον ζητούμενο είναι μία πρόταση, η οποία, μέσα στο σκοτάδι της σύγχρονης αγωνίας, θα δημιουργεί προοπτική ελπίδας για καλύτερη ποιότητα Δημοκρατίας. Αν δεχθούμε ως αξίωμα το ότι «για την λειτουργία μίας αληθινής δημοκρατίας απαιτείται μία υγιής κοινωνία συνειδητοποιημένων πολιτών», θα πρέπει να παραδεχθούμε και το αντίστροφο. Ότι, δηλαδή, «η σωστή λειτουργία της δημοκρατίας είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την υγεία της κοινωνίας και της κοινωνικής συμπεριφοράς των πολιτών». Στο ίδιο πλαίσιο, εντάσσεται και το απόφθεγμα ότι, «κάθε λαός έχει τους κυβερνήτες που του αξίζουν», αφού, σε όλα τα δημοκρατικά καθεστώτα, ο λαός επιλέγει αυτούς που θα τον κυβερνήσουν.

Πως, λοιπόν, μπορεί να δομηθεί μία ποιοτική αλληλεπίδραση μεταξὺ ηγετών και πολιτών, η οποία θα δώσει ουσιαστικὴ υπόσταση στην Δημοκρατία; Η απάντηση εδράζεται αναπόφευκτα στον χώρο της αγωγής και της Παιδείας, από τον οποίο όλα ξεκινούν και στον οποίο, τελικώς, όλα ανάγονται. Μια Παιδεία που αρχίζει από την οικογένεια, συνεχίζεται μέσα στην εκπαιδευτική διαδικασία, αλλά συγκροτείται και με όσα ερεθίσματα και πρότυπα ζωής προσλαμβάνει το παιδί, καθώς μεγαλώνει και γίνεται πολίτης, με δικαιώματα αλλά, οπωσδήποτε και με υποχρεώσεις. Η Παιδεία θα διδάξει ότι η Δημοκρατία αποτελεί μία καθημερινή προσπάθεια και μία άγρυπνη εγρήγορση για ένα συνεχές γίγνεσθαι. Και δεν μπορεί να επιζήσει και να λειτουργήσει σωστά, χωρίς να την στηρίζουν συνυπεύθυνοι, συνειδητοί πολίτες. Συνειδητός δε πολίτης είναι ο ενημερωμένος και απαιτητικός πολίτης. Απαιτητικός, όμως, πρώτα από τον εαυτό του.

Με την Παιδεία θα γίνει, επίσης, κατανοητό ότι, σε ένα καθεστώς «δημοκρατικό», το μόνο που χρειάζεται για να θριαμβεύσουν οι κακοί και οι ανήθικοι, είναι να μένουν αδιάφοροι και αδρανείς οι ενάρετοι και συνειδητοποιημένοι πολίτες, απεμπολώντας έτσι τα δικαιώματά τους. Μόνον ο συνειδητός πολίτης νομιμοποιείται να γίνει αυστηρά απαιτητικός και από τους ηγέτες και αντιπροσώπους του. Όχι για το στενό δικό του συμφέρον, αλλά ως εντολέας, που ενδιαφέρεται για το γενικό καλό μιας κοινωνίας στην οποία ζει. Όχι με νοοτροπία κατακτητή – που αρπάζει και φεύγει– αλλά ως δυναμικός συντελεστής τρόπου ζωής. Με επίγνωση ότι, «δικαιώματα χωρίς υποχρεώσεις» οδηγούν στην εξαχρείωση, και ότι ένας δάσκαλος, για να είναι καλός, πρέπει να είναι πρώτα καλός μαθητής. Το ίδιο κι ένας πολιτικός, για να είναι καλός, πρέπει να είναι πρώτα καλός πολίτης.

Συμπερασματικά, για να υπάρξει μια προοπτική ελπίδας για μια ουσιαστική Δημοκρατία, η οποία – παρά τα μειονεκτήματα και τις αδυναμίες της – παραμένει το καλύτερο από τα πολιτικά συστήματα πού έχουν εφαρμοστεί, το ζητούμενο είναι να υπάρξουν συνειδητοποιημένοι πολίτες. Τότε μόνο θα προκύψουν και ηγέτες άξιοι να υπηρετήσουν τούς θεσμούς, με αγάπη για την πατρίδα. Οι πραγματιστές γνωρίζουν ότι, μέσα σ’ αυτό το καίριο ζητούμενο, ελλοχεύει ανυποχώρητο κι ένα επώδυνο ερώτημα, που ίσως και να αρκεί για να θεωρηθούν όλα αυτά ως ουτοπικά και ανέφικτα: «Ποιοί δάσκαλοι μπορούν, στις μέρες μας, να εμπνεύσουν και να καλλιεργήσουν μια τέτοια Παιδεία στις επερχόμενες γενιές;…». Η απάντηση, βρίσκεται στην διαχρονική διαπίστωση του Γκίλμπερτ Χάγιετ: «Δάσκαλοι δεν είναι μόνον οι εκπαιδευτικοί. Δάσκαλος είναι ο καθένας από εμάς, διότι στο περιβάλλον του, με το παράδειγμά του, εμπνέει στάσεις και πράξεις ζωής».

 

*Ὁμότιμος Καθηγήτρια Πανεπιστημίου Αθηνών