Γράφει ο Ευθ. Π. Πέτρου

Δημοσιεύθηκε στην Εστία στις 8 Σεπτεμβρίου 2014

Morten Morland The Times 4 Sep 14

(Φωτογραφία: Morten Morland, The Times, 4.9.14)

 

Ασχέτως προς το εάν μπορεί να επιτευχθεί ή ακόμη και να τηρηθεί μία συμφωνία εκεχειρίας στην Ουκρανία, οι επιπτώσεις αυτής της κρίσης στο διεθνές γίγνεσθαι θα είναι μακροπρόθεσμες και καθοριστικές. Ίσως και να σημαίνει το τέλος μιας περιόδου, κατά την οποία ο δυτικός κόσμος επίστευσε ότι οι οικονομικές αρχές πάνω στις οποίες στηρίζεται ο ίδιος, θα μπορούσαν να γίνουν οικουμενικώς αποδεκτές, ώστε να διαμορφώσουν ένα κλίμα ευημερίας για την αύριο.

Ένας ψύχραιμος παρατηρητής, θα είχε βεβαίως διαπιστώσει ότι – σε αντίθεση προς την Κίνα – η Ρωσία ουδέποτε υιοθέτησε τις αρχές του ελευθέρου εμπορίου. Τις εκμεταλλεύθηκαν βέβαια οι Ρώσοι «ολιγάρχες» κάνοντας κερδοφόρες επενδύσεις στην δυτική Ευρώπη. Το ρωσικό κράτος όμως ούδέποτε τις εφήρμοσε. Η εκδοχή Πούτιν για τις ιδιωτικοποιήσεις ήταν μία μεθόδευση για να περάσουν οι οικονομικές μονάδες της χώρας στα χέρια πρώην αξιωματούχων του σοβιετικού καθεστώτος, αποκλείοντας μάλιστα την νεώτερη γενιά Ρώσων επιχειρηματιών που μπορεί να παρεξέκλιναν προς πλέον φιλελεύθερες αντιλήψεις.

Αυτό, μέχρι σήμερα τουλάχιστον, δεν εμπόδισε να γίνεται δεκτή ως ισότιμος συνομιλητής στις συζητήσεις σχετικά με την ανάπτυξη του παγκοσμίου εμπορίου! 

Με την περίπτωση της Ουκρανίας όμως, παρεβιάσθη μία βασική αρχή στην οποία στηρίζεται η όλη προσπάθεια της λεγομένης παγκοσμιοποιήσεως. Ο σεβασμός των συνόρων των κρατών. Πως θα μπορούσαν να συναλλάσσονται ελευθέρως χώρες που εγείρουν εδαφικές ή άλλες διεκδικήσεις;

Υπάρχουν βεβαίως και αυτοί που υποστηρίζουν ότι η Ουκρανία αποτελεί «ζωτικό χώρο» της Ρωσίας, η οποία ως εκ τούτου δικαιούται να τον διεκδικήσει. Προφανές είναι ότι εν τοιαύτη περιπτώσει επιστρέφουμε στην περίοδο της σοβιετίας και του Ψυχρού Πολέμου. Σε ένα περιβάλλον δηλαδή το οποίο σε καμμία περίπτωση δεν επιτρέπει την ανάπτυξη οικονομικών σχέσεων βασισμένων σε φιλελεύθερες αρχές.

Η Ουκρανία άλλωστε όπως όλες οι πρώην σοβιετικές χώρες απέκτησε την ανεξαρτησία της με την απόλυτη συναίνεση της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Το ότι σήμερα άλλαξε γνώμη, δεν σημαίνει ότι πρέπει να της επιτραπεί να ανακατατάσσει κατά το δοκούν της στιγμής τα διεθνή διπλωματικά δεδομένα.

Οι οικονομικές κυρώσεις που άρχισαν να επιβάλλονται στην Ρωσία είναι το φυσικό επακόλουθο της εισβολής στην Ουκρανία. Η θεωρία ότι οι αυτονομιστές του Ντονέτσκ κινούνται μόνοι και χωρίς ρωσική υποστήριξη θυμίζει μόνον τον αλήστου μνήμης Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς και τον ισχυρισμό του ότι δεν υποστηρίζει τούς Σερβο-βοσνίους. Ισχυρισμό που προκαλούσε θυμηδία ακόμη και στην ρωσική ηγεσία της εποχής.

Εν ολίγοις, αποδεικνύεται εκ των πραγμάτων ότι το όνειρο ενός παγκοσμίου συστήματος αρμονικής συνεργασίας και συναλλαγών, απαλλαγμένου από τούς κινδύνους νέων πολέμων απεδείχθη απολύτως ανεδαφικό. Λίγα χρόνια μετά την λήξη του Ψυχρού Πολέμου εμφανίσθηκαν καταστάσεις όπως αυτή του Ιράκ και της πρώην Γιουγκοσλαβίας. Επινοήθηκε τότε ο όρος «τοπικοί πόλεμοι» και οι ονειροβασίες συνεχίσθηκαν βασισμένες στην παραδοχή, ότι θα μπορούσαν οι αντιπαραθέσεις να παραμένουν εντοπισμένες και να απομονώνονται από το κατά τα λοιπά «αποστειρωμένο» περιβάλλον των διεθνών συναλλαγών.

Η περίπτωση της Ουκρανίας εμπλέκει την Ρωσία, δηλαδή την μεγαλύτερη σε έκταση χώρα του κόσμου, η οποία εκ παραλλήλου κατέχει το 30% περίπου των φυσικών πόρων του πλανήτη, ενώ αποτελεί και τον μεγαλύτερο εισαγωγέα και καταναλωτή προϊόντων υψηλής τεχνολογίας. Μάλιστα η Ρωσία είναι ο παράγοντας που δημιούργησε την κρίση. Δεν θα μπορούσε η κατάσταση αυτή να παραμείνει εντοπισμένη σε «τοπικό» επίπεδο.

Όλα αυτά παραπέμπουν στο θεμελιώδες ερώτημα αν οι οικονομικές διαδικασίες καθορίζουν τις πολιτικές όπως ισχυρίζονται οι μαρξιστές, η συμβαίνει το αντίθετο. Εκ των πραγμάτων αποδεικνύεται ότι η οικονομία είναι ένας παράγοντας ανάμεσα στους πολλούς που συνθέτουν την ολοκληρωμένη πολιτική θεώρηση. Οπωσδήποτε επηρεάζει αλλά όχι στον βαθμό του να καθορίζει απόλυτα.

Διαφορετικά, η προσδοκία του οικονομικού συμφέροντος θα είχε αποτρέψει κρίσεις, πολέμους και καταστροφές. Όλες αυτές οι καταστάσεις είναι εξαιρετικά δυσμενείς έως και ανατρεπτικές για την οικονομική τάξη. Τα εθνικά συμφέροντα όμως και οι ισορροπίες επιρροής και ισχύος, συνήθως δεν συμβαδίζουν με τα δεδομένα των παγκοσμίων οικονομιών.