Γράφει ο Γεώργιος Συκιανάκης

Δημοσιεύθηκε στην Εστία στις 13 Σεπτεμβρίου 2014

freedom

Πολλοί οικονομικοί αναλυτές υποστηρίζουν ότι η δημοσιονομική πειθαρχία, αυτό που αποκαλείται ευρέως «λιτότητα» υπονομεύει την ανάκαμψη της ευρωζώνης. Ο ισχυρισμός αυτός μπορεί να είναι εν μέρει σωστός, σίγουρα όμως σε ορισμένες περιπτώσεις χωρών είναι λάθος. Σε χώρες, όπως η Γερμανία, η οποία διαθέτει μια ανταγωνιστική οικονομία, με υψηλό τεχνολογικό επίπεδο, ικανή επιχειρηματική τάξη, ειδικευμένο εργατικό δυναμικό, υπεύθυνες συνδικαλιστικές οργανώσεις, αποτελεσματικούς και σταθερούς θεσμούς και χαμηλό μοναδικό κόστος εργασίας, η τόνωση της κατανάλωσης με αύξηση των μισθών των εργαζομένων και των κοινωνικών δαπανών, θα αύξανε τη ζήτηση και την παραγωγή, λόγω μικρής αύξησης του επιπέδου των τιμών καταναλωτή. Αυτό θα βοηθούσε και τις άλλες χώρες της ευρωζώνης, με αύξηση των εξαγωγών τους.

Αντίθετα σε χώρες του Ευρωπαϊκού Νότου και ιδίως στην Ελλάδα, που μας ενδιαφέρει πρώτιστα, η κατάσταση είναι εντελώς διαφορετική. Σ’ εμάς η αναγκαστική λιτότητα που μας επιβλήθηκε, αφού η χώρα πτώχευσε και δεν μπορούσε να δανειστεί πια από τις αγορές, έπληξε πρώτα και κυρίως τις οικονομικές δραστηριότητες που συντηρούνταν από την εσωτερική ζήτηση υπηρεσιών και εμπορίου, από τις εισαγωγές προϊόντων από το εξωτερικό, στις οποίες κατέληγαν τα δανεικά. Επλήγησαν επίσης επιχειρήσεις χαμηλής ανταγωνιστικότητας που στόχευαν κυρίως στην εσωτερική αγορά και εκείνες που τροφοδοτούσαν την φούσκα της οικοδομής, η οποία έσκασε με πάταγο. 

Στην ελληνική πραγματικότητα, θα πρέπει να προηγηθεί της προσπάθειας για τον περιορισμό της λιτότητας και της τόνωσης της ζήτησης με αύξηση των δημόσιων δαπανών, με μείωση των φόρων και διόγκωση της καταναλωτικής πίστης, η βελτίωση της ανταγωνιστικότητας και της ελκυστικότητας της χώρας σε επιχειρηματικές πρωτοβουλίες και σε παραγωγικές επενδύσεις. Διαφορετικά η κατάργηση των μέτρων λιτότητας με αυξήσεις των ελλειμμάτων και του δημοσίου χρέους θα οδηγήσει και πάλι τη ζήτηση σε εισαγόμενα προϊόντα και σε προσωπικές υπηρεσίες κάθε είδους, με την αίσθηση της αποκατάστασης του οικονομικού μοντέλου που κατάρρευσε. Βέβαια το καίριο ερώτημα είναι: πως θα χρηματοδοτηθεί η άρση της λιτότητας, αφού προϋποθέτει μείωση των φόρων και αύξηση των δημόσιων δαπανών; Το κενό πως θα καλυφθεί; Με δανεικά; Ποιός θα μας τα δώσει; Με επιστροφή στη δραχμή, αυτά τα ερωτήματα θα πρέπει να απαντήσει αξιόπιστα ο ΣΥΡΙΖΑ, που υπόσχεται την άμεση κατάργηση της λιτότητας και όλων των μνημονιακών νόμων και μεταρρυθμίσεων. 

Αλλά ας θέσουμε και πάλι το ζήτημα σε ένα ευρύτερο ευρωπαϊκό πλαίσιο, μια και ο κ. Τσίπρας φιλοδοξεί να σώσει, όχι μόνο την ελληνική οικονομία, αλλά και των άλλων χωρών της Ευρωζώνης και της Ε.Ε. γενικότερα, με την «επιβολή», κατά κάποιο τρόπο της δικής του συνταγής και στα άλλα ευρωπαϊκά κράτη! Η ποιότητα αυτής της εφημερίδας και λόγοι ευπρέπειας δε μου επιτρέπουν να γράψω ολόκληρη την παροιμία που λέει ότι: «έκαμε και η μύγα… τον κόσμο όλο».

Αυτό που χαρακτηρίζει την σημερινή δυσάρεστη κατάσταση της ευρωπαϊκής οικονομίας, είναι η στασιμότητα, η υψηλή ανεργία και η απουσία ανταγωνιστικότητας. Τα φαινόμενα αυτά είναι βέβαια πιο έντονα στις χώρες του ευρωπαϊκού νότου και λιγότερο σ’ εκείνες του βορρά. Ακόμα και στη Γερμανία άρχισε η ύφεση να κρούει την πόρτα της οικονομίας της, λόγω των προβλημάτων μείωσης της ζήτησης από τις χώρες του Ευρωπαϊκού Νότου και του εμπάργκο της Ρωσίας, ένεκα της Ουκρανικής κρίσης. 

Η στροφή της οικονομικής πολιτικής της Γαλλίας προς τα «δεξιά», προς περισσότερο φιλελεύθερες λύσεις, μαρτυρεί την αδυναμία των «προοδευτικών» αριστερών ή σοσιαλιστικών συνταγών, όπως και αν τις ονομάζει κανείς, να βγάλουν τη Γαλλία, αλλά και τα κράτη της νότιας Ευρώπης από την στασιμότητα και την ύφεση, την υπεροχή των φιλελεύθερων μεταρρυθμίσεων, κυρίως με στόχο την ενίσχυση της ιδιωτικής επιχειρηματικής δραστηριότητας. Την κατάλαβε πρώτος ο Γκέρχαρντ Σρέντερ, ως Καγκελάριος της σοσιαλιστικής κυβέρνησης της Γερμανίας και εισήγαγε στη γερμανική οικονομία, σε αντίθεση προς τις σοσιαλιστικές επιταγές, όλες τις μεταρρυθμίσεις εκείνες που εξυγίαναν την οικονομία της Γερμανίας και την κατέστησαν πρώτη οικονομική δύναμη της Ευρώπης. Το πλήρωσε βέβαια με μείωση των ποσοστών του SPD. 

Στη Βρετανία επίσης ο Άντονυ Μπλέρ, ξέχασε την σοσιαλιστική του ταυτότητα σε κάποιο γραφείο του Εργατικού Κόμματος. Δεν ακολούθησε το σοσιαλιστικό δρόμο που θα περίμενε κανείς, αλλά τα βήματα της Θάτσερ και μακροημέρευσε στην πρωθυπουργία της χώρας του, εφαρμόζοντας αποτελεσματικά αμιγώς φιλελεύθερες πολιτικές.

Ο μόνος αποτελεσματικός δρόμος για την αντιμετώπιση της ύφεσης στην Ευρωζώνη και κυρίως στις χώρες του Νότου, με την εξαιρετική περίπτωση της Ελλάδας, είναι η εφαρμογή σταθμισμένης πολιτικής δημοσιονομικής εξυγίανσης και πολιτικής μεταρρυθμίσεων στην οικονομία, τη δημόσια διοίκηση, την εκπαίδευση και γενικότερα στην κοινωνική πολιτική, προς μία περισσότερο φιλελεύθερη κατεύθυνση, με κοινωνική διάσταση. 

Αυτό που τελικά αντιλήφθηκε ο Γάλλος πρόεδρος Ολάντ, μετά την πτώση της δημοτικότητάς του στο ναδίρ του 13%, και έβαλε άφθονο νερό στο γαλλικό του σοσιαλιστικό κρασί, δε μπορούν να το αντιληφθούν οι εδώ σοσιαλιστές και αριστεροί, αλλά ούτε και οι κρατικιστές της λαϊκής δεξιάς, κάθε απόχρωσης.

Δεν το αντιλαμβάνεται ο κ. Βενίζελος και τα άλλα στελέχη του ΠΑΣΟΚ πού θέλουν με τη συμμετοχή τους στην κυβέρνηση, όπως τονίζουν, να προσδώσουν στην οικονομική της πολιτική «προοδευτικό» πρόσημο, βάζοντας συνεχώς προσκόμματα σε μεταρρυθμίσεις και στην εκπλήρωση δεσμεύσεων που έχουμε αναλάβει έναντι των εταίρων και δανειστών μας, με υπογραφή του ΠΑΣΟΚ. Δεν το αντιλαμβάνεται ο κ. Τσίπρας και τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ, κάθε συνιστώσας, διότι ἡ κομμουνιστική προέλευση των περισσοτέρων τούς κάνει, να ονειρεύονται σοσιαλιστικούς και αριστερούς φανταστικούς «παραδείσους». Το χειρότερο όμως δεν το αντιλαμβάνεται το μεγαλύτερο ποσοστό του ελληνικού πληθυσμού, αφού ο λαϊκισμός του στερεί την ικανότητα να αντιληφθεί την πραγματικότητα.