Γράφει ο Αθανάσιος Χ. Παπανδρόπουλος

Δημοσιεύθηκε στην Εστία στις 22 Σεπτεμβρίου 2014

Tsipras

Στο κύριο άρθρο της «Εστίας» της περασμένης Παρασκευής υπογραμμιζόταν, πολύ σωστά και αδρά, ότι ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης κ. Αλέξης Τσίπρας, στην προσπάθεια του να αναρριχηθεί στην εξουσία, διαθέτει πίσω του μια ισχυρή ομάδα επικοινωνίας και πολιτικού μάρκετινγκ, η οποία στην ουσία έχει δημιουργήσει στην Ελλάδα της κρίσης μία επικίνδυνη πολιτική φούσκα.

Επίσης, με την βοήθεια συγκεκριμένων επιχειρηματικών συμφερόντων, η ομάδα αυτή «ποντάρει» πολλά στην οικοδόμηση ενός διεθνούς προφίλ για τον κ. Τσίπρα – ο οποίος, την ίδια στιγμή, κάνει εντατικά μαθήματα αγγλικής γλώσσας, πράγμα που δεν θα του είναι και ιδιαιτέρως ευχάριστο. Παράλληλα, αυτός ο μηχανισμός προπαγάνδας και μακιγιαρίσματος της πραγματικότητας, επωφελείται τα μέγιστα και από τα τραγικά λάθη της συγκυβέρνησης και διαδίδει προς πάσα κατεύθυνση ότι, με την έλευση του κ. Αλέξη Τσίπρα στην εξουσία, «τίποτε χειρότερο δεν θα μπορούσε να συμβεί στον ελληνικό λαό σε σχέση με αυτά που του συμβαίνουν σήμερα».

Από την πλευρά του, ο δημαγωγός και μακράν της πραγματικότητας αρχηγός του ΣΥΡΙΖΑ, στην προσπάθεια του να συγκρατήσει στις τάξεις του κόμματος του και των ψηφοφόρων του το τριτοκοσμικό και ληστρικό ΠΑΣΟΚ των δεκαετιών 1980 και 1990, χρησιμοποιεί «τεχνικές μάρκετινγκ» και επικοινωνίας που κατά κόρον είχε χρησιμοποιήσει ο ιδρυτής του Κινήματος την περίοδο 1978-1981, τότε που τον Ανδρέα Παπανδρέου είχαν στηρίξει συγκεκριμένοι επιχειρηματικοί κύκλοι.

Ήταν αυτοί οι κύκλοι που έβλεπαν με δέος τότε την είσοδο της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα και που ευελπιστούσαν ότι ο Ανδρέας Παπανδρέου και το «κίνημα» του θα την υπονόμευαν, προάγοντας ταυτόχρονα τα δικά τους συντεχνιακά και κρατικοδίαιτα συμφέροντα. Εν μέρει δε, ο Ανδρέας Παπανδρέου ανταποκρινόταν στις πιέσεις αυτές – όχι χωρίς υψηλό διπλωματικό και οικονομικό κόστος για την Ελλάδα.

Σήμερα, τον Αλέξη Τσίπρα στηρίζουν τα σκοτεινά και κερδοσκοπικά συμφέροντα που πιστεύουν ότι η Ελλάδα μπορεί να επιστρέψει στην δραχμή, καθώς και το 50% των δημοσίων υπαλλήλων, που θεωρούν ότι μία κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ θα αποτελέσει εγγύηση δια βίου απασχόλησης και σχετικής «αρπαγής» δημοσίου πλούτου που αυτή συνεπάγεται. Επίσης, τον ΣΥΡΙΖΑ στηρίζει και ένα κρατικοδίαιτο επιχειρηματικό κατεστημένο, που θεωρεί ότι θα μπορέσει εκ νέου να πλουτίσει μέσω μιας σταδιακής κρατικοποίησης της οικονομίας.

Πως θα γίνει, όμως, αυτή η κρατικοποίηση και με ποιους πόρους; Αυτή είναι μια άλλη ιστορία, με την οποία ουδείς ασχολείται. Όπως ουδείς ασχολείται – σκοπίμως – και με τις πραγματικότητες που θα αντιμετωπίσει ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης αν τελικά αναρριχηθεί στην εξουσία.

Πριν απ’ όλα, θα πρέπει να τονίσουμε ότι το διεθνές περιβάλλον του 2014 διαφέρει ριζικά από το αντίστοιχο του 1981, όταν η υπέρμετρη ρευστότητα στην παγκόσμια οικονομία επέτρεπε την άνοδο στην εξουσία σοσιαλιστικών κυβερνήσεων (Μιτεράν, Γκονζάλες, Σμιτ, Σοάρες, κ.α.) στην Ευρώπη. Έτσι, όταν ο Ανδρέας Παπανδρέου δημαγωγούσε ασύστολα, γνώριζε πολύ καλά ότι, πρώτον, τότε «λεφτά υπήρχαν» για άκρατο εξωτερικό δανεισμό της χώρας και, δεύτερον, ότι οι κυβερνήσεις των μεγάλων χωρών της ΕΟΚ του 1981 ήταν, θεωρητικά τουλάχιστον, φιλικές προς το ΠΑΣΟΚ. Κατά συνέπεια, μπορούσαν να ανεχθούν τις όποιες ιδιαιτερότητες του Ανδρέα Παπανδρέου και την τυφλή φιλοσοβιετική πολιτική του.

Στην σημερινή Ευρώπη, μία κυβέρνηση με πρωθυπουργό τον κ. Αλέξη Τσίπρα θα είναι απελπιστικά μόνη της και θα εκπροσωπεί έναν πολιτικό χώρο που σε πανευρωπαϊκό επίπεδο δεν ξεπερνά το 5% σε πολιτική δύναμη. Ακόμα χειρότερα, όταν κράτη που αντιμετωπίζουν κρίση χρέους όπως η Ελλάδα, αρνούνται να πάρουν μέρος στην περίφημη «ευρωπαϊκή διάσκεψη χρέους» την οποία κατά καιρούς εξαγγέλλει ο κ. Αλέξης Τσίπρας, με ποιους συμμάχους ο τελευταίος θα καθίσει σε ένα υποθετικό τραπέζι διαπραγματεύσεων; Αλλά, ακόμα και αν βρει κάποιους συμμάχους, πόσο καιρό θα διαρκέσουν οι διαπραγματεύσεις αυτές και πως θα λειτουργεί στο διάστημα αυτό η ελληνική οικονομία;

Μια άλλη διαφορά μεταξύ 1981 και 2014 είναι αυτή της παγκόσμιας ρευστότητας. Ο Ανδρέας Παπανδρέου, ως υποψήφιος πρωθυπουργός, γνώριζε από στελέχη του ΠΑΣΟΚ με διεθνή εμπειρία (Γεράσιμος Αρσένης, Δημήτρης Κουλουριανός, Κωστής Βαΐτσος) ότι στο παγκόσμιο χρηματοοικονομικό σύστημα υπήρχε ροή κεφαλαίων και μια χώρα όπως η Ελλάδα – μέλος της ΕΟΚ, του ΝΑΤΟ και του ΟΟΣΑ – δεν θα είχε κανένα πρόβλημα να αντλήσει δανειακά κεφάλαια και να τα χρησιμοποιήσει για κατανάλωση, δίνοντας έτσι στον λαό την αίσθηση της ευημερίας. Όπερ και εγένετο. Την περίοδο 1982-1985 η Ελλάδα τριπλασίασε το εξωτερικό της χρέος, εισέπραξε και 160 δισεκατομμύρια δραχμές κοινοτικές επιδοτήσεις, αλλά παράλληλα διέλυσε τον παραγωγικό της ιστό αυξάνοντας την εξωτερική εξάρτηση (βλέπε σχετικά εδώ).

Στις μέρες μας, η υπερχρεωμένη χώρα μας δεν έχει καμία τέτοια δυνατότητα. Με τι πόρους, λοιπόν, θα ενισχύσει την ζήτηση ο κ. Τσίπρας; Με αέρα κοπανιστό;

Πολύ φοβούμεθα, έτσι, ότι πίσω από την επικοινωνιακή φούσκα που φέρει το όνομα του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης, κρύβεται μία πολύ οδυνηρή και σκοτεινή πραγματικότητα – που δεν αποκλείεται κάποιοι να θέλουν να έρθει στο προσκήνιο με την ελπίδα της οικιοθελούς αποχώρησης της χώρας μας από την ευρωζώνη. Συνεπώς, πέρα από τη φούσκα, ο αρχηγός του ΣΥΡΙΖΑ συνιστά, εν αγνοία του, και πρώτης τάξης δόλωμα για κύκλους που δεν βλέπουν με καθόλου καλό μάτι την προσπάθεια της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.

 

apapandropoulos@hotmail.com