Γράφει ο Α. Π. Δημόπουλος

Δημοσιεύθηκε στην Εστία στις 2 Οκτωβρίου 2014

Indifference

Για κάποιους η άρνηση της πολιτικής πραγματικότητας διήρκεσε ολόκληρο το καλοκαίρι – έξαφνα, όμως, η χώρα αφυπνίζεται σε ένα φθινόπωρο, που κυοφορεί απρόβλεπτες εξελίξεις. Είχε μεσολαβήσει η ηχηρή προειδοποίηση των ευρωεκλογών και όμως για κάποιους το ποτήρι παρέμενε μισογεμάτο. Το αποτέλεσμα της απώλειας της επαφής με την πραγματικότητα, μπορεί να φαίνεται απίστευτο – υπάρχει, εντούτοις, μία διογκούμενη αίσθηση στην κοινωνία, ότι η ώρα του ΣΥΡΙΖΑ φθάνει, οι δημοσκοπήσεις είναι μόνον η κορυφή του παγόβουνου. Μπορεί, αλήθεια να συμβεί το αδιανόητο; Ναί, δυστυχώς – αυτό που βλέπουμε γύρω μας είναι η μοιραία συνέπεια της φαντασίωσης, ότι οι ευρωεκλογές αποτελούσαν «χαλαρή» και ελεγχόμενη ψήφο διαμαρτυρίας. «Όλα θα πήγαιναν καλά» – αλήθεια τι ακριβώς συνέβη;

Ναι, «όλα θα πήγαιναν καλά» – υπήρχαν, όμως, δυο προϋποθέσεις. Αφενός στον πυρήνα της σκέψης, υπήρχε μια κυνική εκτίμηση – ότι οι πολίτες θα συνέχιζαν, να ανέχονται τις δυσμενείς για τους ίδιους συνέπειες της συνεχιζόμενης οικονομικής πολιτικής «λιτότητας». Θα διαμαρτύρονταν, ναι. Θα αγανακτούσαν, ίσως. Θα έφθαναν στα όριά τους, ευλόγως. Όμως τελικά, δεν θα είχαν άλλη επιλογή – τι θα έκαναν, θα πήγαιναν στον ΣΥΡΙΖΑ; Αφετέρου, στην περιφέρεια της σκέψης, υπήρχε μια αφελής προσδοκία – ότι η Ευρώπη θα κάλυπτε πολιτικά την κυβέρνηση. Θα άφηνε περιθώριο για φοροελαφρύνσεις. Θα επέβαλλε θετική κατάληξη στις διαπραγματεύσεις με την τρόϊκα. Και το κυριότερο, θα προχωρούσε σε ελάφρυνση του χρέους. Γιατί άλλωστε η Ευρώπη να έκανε αλλιώς – τι ήθελε, να παραδώσει την χώρα στον ΣΥΡΙΖΑ; «Όλα θα πήγαιναν καλά» – εύλογο, έτσι δεν είναι;

Πως εξηγείται λοιπόν, ότι οι δημοσκοπήσεις δείχνουν όσα δείχνουν; Πως εξηγείται, ότι η ρύθμιση του χρέους θα γίνει μετά τον Δεκέμβριο και μόνον όταν ξεκαθαρίσουν οι πολιτικές εξελίξεις; Γιατί «όλα θα πήγαιναν καλά» – όμως τίποτα δεν πηγαίνει; Είναι απλό – η θεωρία δεν ευσταθούσε. Ούτε στην εκτίμησή της για συνεχιζόμενη πολιτική ανοχή. Ούτε στην προσδοκία της για πολιτική κάλυψη της Ευρώπης. Αυτό που βλέπουμε σήμερα γύρω μας ως ρευστότητα, ικανή να μετασχηματιστεί αυτοστιγμεί σε εκλογές, αποτελεί την μοιραία κατάληξη αυτής της πραγματικότητας. Ο θεμελιώδης κανόνας της πολιτικής λειτούργησε και πάλι. Τελικά, η θεωρία «Όλα θα πάνε καλά» δεν ήταν σε θέση να δει το προφανές.

Ποιός είναι ο κανόνας αυτός; Τον έχω ξαναπεί – στις δημοκρατίες η «μεγάλη» πολιτική έχει ημερομηνία λήξης. Η «σωτηρία» της χώρας, η «παραμονή» μας στην Ευρώπη, η εξυγίανση της «οικονομίας» και άλλα τριτο-προσωπικά και «μεγάλα» δεν μπορούν να υποκαθιστούν εσαεί τα πρωτο-προσωπικά και «μικρά», που ενδιαφέρουν τον πολίτη. Έρχεται μια στιγμή στις δημοκρατίες, που ο πολίτης απαιτεί αποτελέσματα, που να τον αφορούν επιτέλους προσωπικά. Δεν είναι πολιτικά βιώσιμο να προσφέρει κανείς «πόνο και δάκρυα» χωρίς ορίζοντα απεμπλοκής, επικαλούμενος διαρκώς το γενικό και το αφηρημένο. Κάποτε έρχεται η ώρα του ατομικού και του συγκεκριμένου. Για τον πολίτη, το πολιτικό ερώτημα μετασχηματίζεται σε κάτι απλό – «Είναι η ζωή μου καλύτερη από πέρυσι;». Όποιος πιστεύει, ότι σε μια δημοκρατία, ο πολίτης μπορεί να ανέχεται, να απαντά διαρκώς αρνητικά το ερώτημα, υπό την πίεση της απειλής, ότι «θα έρθει κάτι χειρότερο», απλώς παραλογίζεται. Τελικά, ο πολίτης αυτονομείται από τα διλήμματα της πολιτικής και απλώς μεταστρέφεται.

Μια τέτοια μεταστροφή επήλθε μετά τις ευρωεκλογές. Στις εκλογές αυτές ο πολίτης προειδοποίησε – είπε όχι σε μία συνεχιζόμενη πολιτική φτωχοποίησης και προλεταριοποίησης της μεσαίας τάξης και έδωσε μία τελευταία ευκαιρία για αντιστροφή της. Κάποιοι, όμως, δεν φάνηκε να αντιλαμβάνονται, ότι στις εκλογές ο πολίτης δίνει, δεν δέχεται, μηνύματα. Έτσι, σε μία νοσηρή αντιστροφή της πολιτικής πραγματικότητας, αντί να ακούσουν το μήνυμα του πολίτη, αντίθετα, έστειλαν μήνυμα στον πολίτη.

Του είπαν τρία πράγματα. Πρώτον, ότι το κράτος θα συνεχίσει να φέρεται ιδιοκτησιακά απέναντί του, χρηματοδοτώντας, διά μέσου της περιουσίας του, την όποια υποτιθέμενη «μεγάλη πολιτική» χρειάζεται η «χώρα». Αυτό το είπαν με τον ΕΝΦΙΑ. Δεύτερον, ότι το κράτος θα κάνει ό,τι θέλει, σε σημείο μάλιστα να μην εφαρμόζει δικαστικές αποφάσεις, ακόμα και όταν δικαιώνουν τον πολίτη, εάν αυτές δεν υπηρετούν την υποτιθέμενη «μεγάλη πολιτική». Αυτό το είπαν με τον χειρισμό του θέματος των ενστόλων. Τρίτον, ότι το κράτος θα δώσει ό,τι οφείλει σε «βάθος χρόνου» και πάντως αφού πρώτα περάσει κανείς από το «πολιτικό ταμείο». Αυτό το είπαν προγραμματίζοντας την αναπροσαρμογή των αντικειμενικών για μετά το 2016. Η θεωρία έλεγε, ότι ο πολίτης θα «άκουγε». Λάθος, δεν άκουσε τελικά, αντίθετα περίμενε, ότι θα «ακουγόταν». Μη εισακουόμενος, μετεστράφη.

Από το σημείο αυτό, η Ευρώπη δεν είχε πολλά περιθώρια να πράξει. Είχε δύο επιλογές. Να στηρίξει πολιτικά την κυβέρνηση αποβλέποντας σε ένα αβέβαιο πολιτικό αποτέλεσμα. Ή να αναμείνει τις πολιτικές εξελίξεις και τότε να πράξει αναλόγως. Με απλά λόγια, η Ευρώπη δεν θέλει τον ΣΥΡΙΖΑ. Αλλά, εάν είναι να τον βρει μπροστά της, αισθάνεται την ανάγκη να διατηρεί ανοιχτό το θέμα του χρέους και άλλα πολλά στο τραπέζι – κάποιοι θα το έλεγαν προδοσία, πρόκειται, όμως, για κοινή λογική. Φυσικά. Η πολιτική αποτελεί πρωτίστως έλλογη διαδικασία. «Όλα θα πήγαιναν καλά» – εωσότου δεν πήγαν. Τελικά, τα πολιτικά αποτελέσματα δεν χαρίζονται, κερδίζονται. Η Ελλάδα έχει προλεταριοποιηθεί, είναι φυσικό, να θέλει να εκλέξει αριστερούς. Μπορούμε άραγε να κάνουμε, ακόμα, τους προλετάριους αστούς; Δεν ξέρω. Ξέρω όμως, ότι τότε και μόνον τότε «όλα θα πάνε καλά»…