Γράφει ο Αθανάσιος Χ. Παπανδρόπουλος

Δημοσιεύθηκε στην Εστία στις 6 Οκτωβρίου 2014

kales-prooptikes-gia-to-elliniko-xreos

Σίγουρα, η ογκώδης και εξαιρετικά διεξοδική εργασία-πρόταση που έχουμε στην διάθεσή μας δεν είναι για πολλούς. Η αναδίφησή της απαιτεί καλές οικονομικές γνώσεις, διαύγεια και στενή σχέση με την πραγματικότητα. Πρόκειται για μία εργασία συλλογική, που δεν απευθύνεται σε δημαγωγούς, καιροσκόπους και ειδικότερα γελωτοποιούς της πολιτικής.

Πενήντα κορυφαίοι Έλληνες ακαδημαϊκοί, τραπεζίτες, επιχειρηματίες και πρώην πολιτικοί, σε 750 σελίδες, αποτυπώνουν με άρθρα και αναλύσεις τους την οικονομική πραγματικότητα της χώρας και καταγράφουν χρόνιες αδυναμίες, που μόνον ερωτήματα και προβληματισμούς προκαλούν. Διότι, στην ουσία, ο συλλογικός τόμος της Ένωσης Ελληνικών Τραπεζών (ΕΕΤ), με θέμα «Ανταγωνιστικότητα για ανάπτυξη: Προτάσεις πολιτικής», θα μπορούσε κάλλιστα να είναι ένα νέο μνημόνιο για την ελληνική οικονομία, όχι αισθητά διάφορο από το αντίστοιχο που ήδη εφαρμόζει η χώρα – και που θα είναι παρόν για αρκετά χρόνια ακόμα.

Με υπεύθυνους του έργου τον κ. Μιχ. Μασουράκη, πρόεδρο του Επιστημονικού Συμβουλίου της ΕΕΤ και τον καθηγητή κ. Χρήστο Γκόρτσο, γενικό γραμματέα της ΕΕΤ, το έργο διαιρείται σε δέκα επιμέρους τομείς, που ο καθένας συμβάλλει και στην διαμόρφωση της εγχώριας οικονομικής δραστηριότητας. Πρέπει, ωστόσο, να υπογραμμιστεί μία κεντρική ιδέα της όλης εργασίας, που είναι αυτή του χαρακτήρα και της φύσης της ελληνικής οικονομίας. Από την άποψη αυτή, με απλά για οικονομική εργασία λόγια, εξηγείται ότι, για να φθάσει η χώρα στο χείλος της άτακτης χρεωκοπίας και να διασωθεί την τελευταία στιγμή από τους εταίρους της, πρέπει να προϋπήρξαν συγκεκριμένα αίτια – αυτά ακριβώς που κάποιοι ανεύθυνοι και υστερόβουλοι λαϊκιστές προσποιούνται ότι αγνοούν.

Στον συλλογικό αυτόν τόμο της ΕΕΤ αναγνωρίζεται ότι, σε μία χώρα με πολύ χαμηλό παραγωγικό επίπεδο, αντί η ανάπτυξη να στηρίζεται στην παραγωγή είχε ως όχημά της την κατανάλωση, με αποτέλεσμα να ενισχύονται στο εσωτερικό εμπορικές δραστηριότητες που εδράζονταν στις εισαγωγές. Είχαμε έτσι μία οικονομία με διευρυμένα δημοσιονομικά ελλείμματα, τα οποία τροφοδοτούσαν την εισαγωγική δραστηριότητα και υπονόμευαν τις εξαγωγές. Διογκώνονταν συνεπώς οι κλάδοι διεθνώς μη εμπορεύσιμων αγαθών (κυρίως υπηρεσίες) και συρρικνώνονταν οι τομείς των διεθνώς εμπορεύσιμων αγαθών, ήτοι οι εξαγωγές. Σταδιακά λοιπόν υπήρχε μία μετατόπιση της παραγωγής από τα εμπορεύσιμα στα μη εμπορεύσιμα αγαθά, με αποτέλεσμα την άνοδο στο έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών και την σταδιακή υπερχρέωση της χώρας. Αυτό σημαίνει ότι επί τριάντα και πλέον έτη, η οικονομία δανειζόταν από το εξωτερικό και σαφώς κατανάλωνε περισσότερα από το παραγόμενο εισόδημά της. Όπως επισημαίνει και ο κ. Μιχ. Μασουράκης, σε παρόμοιες περιπτώσεις παρατηρείται συνεχής συσσώρευση χρέους, έναντι του οποίου δεν υφίσταται παραγωγικό αντίκρισμα. Έτσι, κάποια στιγμή σημαίνει η ώρα της αναστροφής για την διαδικασία αυτή, με την οικονομία μίας χώρας να πρέπει να δημιουργεί πλεονάσματα – που είναι απαραίτητα για την εξυπηρέτηση του χρέους. 

Γίνεται συνεπώς απαραίτητη η αναπροσαρμογή της οικονομίας, η οποία, με την σειρά της, απαιτεί την ουσιαστική κάμψη της ζήτησης, δηλαδή μείωση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων, που με την σειρά της θα προκαλέσει μετατόπιση της παραγωγής από τα μη εμπορεύσιμα στα εμπορεύσιμα αγαθά. Για να γίνει όμως αυτό, πρέπει να αυξηθούν οι τιμές των εμπορεύσιμων σε σχέση με τα μη εμπορεύσιμα. Χρειάζεται δηλαδή μία πραγματική υποτίμηση της ισοτιμίας του εθνικού νομίσματος ώστε να υπάρξει βελτίωση της ανταγωνιστικότητας. Με την Ελλάδα όμως στο ευρώ, η αύξηση της τιμής των εμπορευσίμων μέσω μιας υποτίμησης της ισοτιμίας του εθνικού νομίσματος δεν είναι δυνατή. Συνεπώς, η πραγματική υποτίμηση της ισοτιμίας πρέπει να γίνει κυρίως μέσω μείωσης των τιμών στα μη εμπορεύσιμα. Αυτό είναι που αποκαλείται εσωτερική υποτίμηση. 

Δυστυχώς, όμως, σε μία χώρα όπως η Ελλάδα, με αδύναμο παραγωγικό ιστό, έντονες γραφειοκρατικές ακαμψίες, γενικευμένο αντιεπιχειρηματικό πνεύμα και ένα κακίστης ποιότητας πολιτικό πελατειακό σύστημα, η όποια προσαρμογή είναι εξαιρετικά δυσχερής – αν όχι αδύνατη – υπό συνθήκες παγκοσμιοποίησης. 

Στο έργο που παρουσιάζουμε, ο κ. Δημ. Μαρούλης, διευθυντής οικονομικών μελετών και σύμβουλος διοίκησης στην Alpha Bank, αποδίδει το χρόνιο και βαθύτατα διαρθρωτικό έλλειμμα ανταγωνιστικότητας της χώρας στις συνεχείς εισοδηματικές μεταβιβάσεις που στηρίζονταν σε εξωτερικό δανεισμό και που, ως εκ τούτου, είχαν δημιουργήσει ένα αντιπαραγωγικό δίκτυ «ευημερίας».

Έτσι, το καυτό ερώτημα στο οποίο θα πρέπει να δοθεί απάντηση είναι αυτό των δυνατοτήτων αύξησης της παραγωγικότητας μιας οικονομίας μόνον με οριζόντια μέτρα λιτότητας και χωρίς σε βάθος διαρθρωτικές και θεσμικές μεταρρυθμίσεις. Μεταρρυθμίσεις οι οποίες έπρεπε να είχαν δρομολογηθεί το 1981, όταν η Ελλάδα γινόταν το δέκατο μέλος της τότε Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και δεχόταν επί μία δεκαετία περισσότερα από 115 δισεκατομμύρια ευρώ διαρθρωτικές ενισχύσεις – οι οποίες, με τεράστια ευθύνη των εταίρων μας, αφέθηκαν να γίνουν μέσον εύκολου πλουτισμού για επιτήδειους. 

Σήμερα, λοιπόν, η χώρα και οι κάτοικοί της πληρώνουν έναν «τσουχτερό» λογαριασμό, χωρίς να είναι βέβαιον ότι θα μπορέσει κάποτε να σταθεί στα πόδια της αποφεύγοντας, μέσω νέου δανεισμού, την άτακτη χρεωκοπία. Αυτή είναι μία σοβαρή διάσταση που αναδύεται από το συλλογικό έργο της ΕΕΤ, αλλά αμφιβάλλουμε πολύ αν γίνεται κατανοητή από τούς λαϊκιστές καιροσκόπους της πολιτικής. Και κυρίως αυτούς που ενώ κατέχουν κυβερνητικές θέσεις, πριονίζουν το κλαδί πάνω στο οποίο κάθεται η χώρα.

 

apapandropoulos@hotmail.com