Γράφει ο Ευθύμης Μαραμής*

Δημοσιεύθηκε στο Capital στις 22 Οκτωβρίου 2014

the-syndics-the-sampling-officials-wardens-of-the-amsterdam-drapers-guild,2129539

(Φωτογραφία: Rembrandt van Rijn Οι σύνδικοι της συντεχνίας των υφασματεμπόρων, 1662, Άμστερνταμ, Rijksmuseum)

 

Μία από τις χειρότερες παρενέργειες της επικρατούσας «μοντέρνας» οικονομικής θεωρίας του συνολικού ξοδέματος («συνολική ζήτηση») και ο τρόπος που προσεγγίζει αυτή η θεωρία την παραγωγή και την απασχόληση, είναι η ψευδο-επιστημονική δικαίωση που δίνει στα φαντάσματα του μερκαντιλισμού. Σύμφωνα με την τραγική οικονομική πλάνη των μερκαντιλιστών, η οποία στοιχειώνει τον πλανήτη από τον 16ο αιώνα, το έλλειμμα στο εμπορικό ισοζύγιο μιας χώρας, συνεπάγεται πτώση της ζήτησης, των εισοδημάτων και της απασχόλησης. Το δόγμα αυτό, έχει καταρριφθεί τους τελευταίους 2,5 αιώνες από πλειάδα ιστορικών οικονομολόγων, αλλά συνεχίζει να επιβιώνει σαν ζόμπι ακόμα και σήμερα.

Οι νέο μερκαντιλιστές, αναμοχλεύουν τις δοξασίες των προπατόρων τους για την «ανάγκη» εφαρμογής πρακτικών εμπορικών δασμών, περιοριστικών ρυθμίσεων στις εισαγωγές, απαγορεύσεων στην εξαγωγή συναλλάγματος, υποτίμησης νομίσματος ώστε να ευνοηθούν οι εξαγωγές, κλείσιμο συνόρων και εμπορικών δρόμων και εν γένει, τάχα εθνικού συμφέροντος παρεμβάσεων στις διεθνείς συναλλαγές της χώρας.

Ας κάνουμε μια αναδρομή στον 19ο αιώνα, για να δούμε πώς αντιμετώπιζε ο Frederic Bastiat το 1850 τους μερκαντιλιστές της εποχής του, μέσα από μία σειρά πραγματειών με τίτλο «η πλάνη της σπασμένης τζαμαρίας».

Ένας Γάλλος επιχειρηματίας κατασκεύαζε σίδερο από τα μέταλλα της Γαλλικής γης. Η φύση όμως είχε σταθεί πιο γενναιόδωρη με τους Βέλγους οι οποίοι πουλούσαν το δικό τους σίδερο στους Γάλλους σε καλύτερη τιμή. Ο Γάλλος επιχειρηματίας, έξαλλος με αυτήν την κατάσταση, σκέφτηκε πως στο Παρίσι υπάρχει ένα εργοστάσιο το οποίο ίσως τον βοηθήσει. Αυτό το εργοστάσιο παρήγαγε νόμους και ο επιχειρηματίας το επισκέφτηκε για να κάνει την εξής πρόταση στους κατασκευαστές νόμων:

«Κύριοι εγώ θέλω να πουλώ το σίδερο προς 15 φράγκα, αλλά οι καταραμένοι Βέλγοι το πουλάν προς 10 φράγκα. Αν απαγορέψετε το Βελγικό σίδερο, εγώ θα πουλώ το δικό μου προς 15 φράγκα και έτσι θα πλουτίσω γρηγορότερα. Θα επεκτείνω την επιχείρηση μου, θα προσλάβω περισσότερους εργαζόμενους και θα ξοδεύουμε περισσότερα χρήματα. Οι προμηθευτές μας αντίστοιχα θα επωφεληθούν θα αυξήσουν τις παραγγελίες τους και έτσι αυτή η δραστηριότητα θα εξαπλωθεί σε όλη την επικράτεια. Τα 5 φράγκα που θα ρίξετε στην τσέπη μου, θα λάμψουν και θα δημιουργήσουν πλούτο για ολόκληρη την εθνική οικονομία.»

Ενθουσιασμένοι οι νομοθέτες με το πόσο εύκολα μπορεί να επέλθει η ανάπτυξη με έναν απλό νόμο, απαγόρεψαν το Βελγικό σίδερο. Πράγματι οι φανερές συνέπειες της απαγόρευσης ήταν αυτές που περιέγραψε ο μεταλλωρύχος. Όμως υπήρχαν και κάποιες άλλες συνέπειες, οι οποίες δυστυχώς δεν φαίνονται. Είναι αλήθεια, το πεντόφραγκο ωφέλησε τον μεταλλωρύχο και όσους απασχολούταν γύρω από τις επιχειρήσεις του. Αν το πεντόφραγκο έπεφτε από τον ουρανό, αυτά τα οφέλη δεν θα αντιστοιχούσαν σε απώλειες για κάποιους άλλους. Το πεντόφραγκο όμως δεν έπεσε από τον ουρανό, αλλά βγήκε από τις τσέπες των σιδεράδων, ζευγάδων, αλετράδων, των οικοδόμων, των φαναρτζήδων και όλων όσων αγόραζαν ως τότε το φτηνότερο Βελγικό σίδερο. Αυτοί που εξοικονομούσαν ως τότε το πεντόφραγκο, το έχασαν χωρίς να αποκτήσουν ούτε γραμμάριο παραπάνω σίδερο. Αυτό ισοφαρίζει την κατάσταση, προκαλώντας μάλιστα και μια απαράδεκτη αδικία εις βάρος αυτών που έχασαν το πεντόφραγκο. Την αδικία αυτή την προκάλεσε ο νόμος.

Υπάρχει και συνέχεια όμως. Πριν απαγορευτεί το Βελγικό σίδερο ο Γάλλος καταναλωτής -μεταποιητής σιδήρου, έχοντας 15 φράγκα ως καρπό του ιδρώτα του, μπορούσε να αγοράσει, ας υποθέσουμε, ένα κοστούμι υψηλής ραπτικής από το Παρίσι με 10 φράγκα και ένα βιβλίο με 5 φράγκα. Το κοστούμι θα ανταλλασσόταν δηλαδή για το μεταποιημένο Βελγικό σίδερο και θα του περίσσευαν 5 φράγκα για να αγοράσει το βιβλίο. Αυτά είναι 15 φράγκα όφελος για την εθνική οικονομία, ενώ για τον μεταποιητή-καταναλωτή έχουμε τα οφέλη του σίδερου και του βιβλίου. Μετά την παρέμβαση, ο μεταποιητής-καταναλωτής μπορούσε πλέον να αγοράσει μόνο το ακριβό σίδερο χωρίς να έχει την απόλαυση ενός βιβλίου. Χάνει 5 φράγκα. Κάποιοι θα αντιτείνουν όμως πως αυτά τα 5 φράγκα τα κερδίζει η εθνική οικονομία. Όχι, δεν τα κερδίζει, διότι μετά το νομοθέτημα ενισχύεται όσο και πριν, όσο δηλαδή αναλογεί σε 15 φράγκα. Από ηθικής άποψης, ο νομοθέτης έχει κλέψει αυτά τα χρήματα από κάποιους και τα έχει δώσει σε κάποιους άλλους, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την κοινωνική ισότητα και δικαιοσύνη.

Η συναλλαγή είναι απλή, καθώς παράγεται πλούτος στο Βέλγιο και ανταλλάσσεται με πλούτο που παράγεται στην Γαλλία, αλλά έχει δαιδαλώδεις οδούς. Η πλάνη λοιπόν που δημιουργείται ως προς το όφελος για την εθνική οικονομία με τον προστατευτισμό και τους περιορισμούς στο εμπόριο, καταρρίπτεται μέσα από την απλή αυτή εκλαΐκευση του λόγου, ο οποίος χαρακτήριζε το έργο του Frederic Bastiat. Το αποτέλεσμα όλης αυτής της παρεμβατικότητας, δεν επέφερε περεταίρω όφελος για την εθνική οικονομία, αφού τα 15 φράγκα παρέμειναν στη χώρα ούτως η άλλως. Τουναντίον, προκλήθηκε μια σκληρή αδικία για συγκεκριμένες κατηγορίες καταναλωτών, εργαζόμενων και επιχειρηματιών αφού τα 15 φράγκα άλλαξαν χέρια και τρόπο κυκλοφορίας δια της βίας του νόμου. Επιπρόσθετα το κράτος μπορεί έτσι να επεκτείνει τις «δουλειές» και την επιρροή του, προσλαμβάνοντας τελωνειακούς, ελεγκτές και διάφορους άλλους γραφειοκράτες, ζημιώνοντας την εθνική οικονομία. Έτσι ακριβώς δημιουργούνται και τα καρτέλ αλληλεξάρτησης με συγκεκριμένους κλάδους επιχειρηματιών, ζημιώνοντας τελικά την οικονομία ακόμα περισσότερο.

Όπως είδαμε στην αφήγηση μας, οι δρόμοι της αγοράς, είναι περίπλοκοι αλλά όχι δύσκολοι στο να εντοπιστούν και να εξηγηθούν οι a priori κινήσεις πάνω σε αυτούς. Οι χώρες, είναι απλά σταυροδρόμια και ανακατευθύνουν τις ανθρώπινες δράσεις. Η ελευθερία της συναλλαγής, του εμπορίου, της επιχειρηματικότητας και της εργασίας, έχουν την τάση να εκπληρώνουν επιθυμίες οι οποίες ενισχύονται μέσω ενός διαρκούς ανταγωνισμού.

Στη σύγχρονη και παγκοσμιοποιημένη οικονομία, είναι ακόμα πιο δύσκολο να εντοπιστούν οι διεργασίες εκείνες οι οποίες ισοσκελίζουν το έλλειμμα στο εμπορικό ισοζύγιο. Στην χώρα μας, παραδείγματος χάρη υπάρχουν διαμαρτυρίες για τα φτηνά Κινέζικα προϊόντα. Τα Ελληνικά αντίστοιχα δεν μπορούν να τα ανταγωνιστούν λόγω των τιμών. Η λύση σε αυτό το πρόβλημα, δεν είναι σε καμία περίπτωση ο προστατευτισμός. Η λύση στο εμπορικό έλλειμμα δίνεται μέσω ακόμα πιο ανοιχτών συνόρων, με την προσήλωση στη δημιουργία ευνοϊκού περιβάλλοντος ξένων επενδύσεων.

Γίνονται τις τελευταίες μέρες πολύ σοβαρές κινήσεις απο την Cosco και το Ελληνικό κράτος και οφείλω να το επισημάνω. Το ΣτΕ «επέτρεψε» τις περαιτέρω επενδύσεις της Κινέζικης Ναυτιλιακής, ενώ υπεγράφη σύμβαση με την ΤΡΑΙΝΟΣΕ για μεταφορά των εμπορευματοκιβωτίων από τον Πειραιά προς την Ευρώπη. Πρόκειται για ένα μεγαλειώδες επιχειρηματικό πλάνο, το οποίο, αν δεν εμποδιστεί (περισσότερο) από Ολλανδούς, Βέλγους και Γερμανούς, καθώς και από την εγχώρια διαπλοκή, θα μετατρέψει τον Πειραιά στο μεγαλύτερο διαμετακομιστικό, λιμάνι της Ευρώπης. Ως το 2018, αν όλα πάνε καλά, σύμφωνα με το ρεπορτάζ του Capital.gr θα έχουν δημιουργηθεί 125.000 νέες θέσεις εργασίας που θα σχετίζονται με αυτό το project, το οποίο θα συνεισφέρει 5,1 δισ το χρόνο στην Ελληνική οικονομία.

Έτσι ισοσκελίζεται το εμπορικό έλλειμμα και όχι με κλειστά σύνορα και μερκαντιλισμό. Στα κλειστά σύνορα των θαυμαστών του Χότζα και του Τσαουσέσκου, πρέπει να απαντάμε με περισσότερο ανοιχτά σύνορα και ευνοϊκό περιβάλλον για ξένες επενδύσεις. Απελευθερώνοντας την χώρα από τα καρτέλ των συνδικαλιστών του ΟΛΠ και άλλων ειδικών ομάδων και επιχειρηματικών συμφερόντων, μειώνεται το εμπορικό έλλειμμα με την Κίνα. Το Κινέζικο συνάλλαγμα μέσω επενδύσεων, η μετατροπή του ΟΣΕ σε ελκυστική και βιώσιμη επιχείρηση μέσω της συμφωνίας, οι νέοι εργαζόμενοι, οι υποδομές που θα μείνουν στη χώρα, η τεχνογνωσία που αποκτάμε, τα ακίνητα που αγοράζονται η νοικιάζονται από Κινέζους, οι Κινέζοι τουρίστες και πολλοί ακόμα μη ορατοί οικονομικοί μηχανισμοί, θα μειώσουν τελικά τα ελλείμματα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών.

Το φάντασμα του μερκαντιλισμού, εξυπηρετεί συγκεκριμένα συμφέροντα. Το πραγματικό πρόβλημα της χώρας αλλά και της Ευρώπης και των ΗΠΑ, δεν είναι ούτε οι Κινέζοι, ούτε οι Ρώσοι, ούτε το εμπορικό έλλειμμα. Είναι οι κυβερνήσεις οι οποίες λεηλατούν την αγορά. Είναι οι πολεμικοί εξοπλισμοί, το χρεοκοπημένο «κοινωνικό κράτος» οι διαπλεγμένοι επιχειρηματίες και τα λόμπυ του χρηματοπιστωτικού τομέα. Εκεί όπου τυπώνεται το πλαστό χρήμα και με αυτό αγοράζονται περιουσίες από τις τραπεζικές-κρατικές συμμορίες.

Έχετε σκεφτεί ποτέ τον λόγο για τον οποίο η παραχάραξη θεωρείται ένα από τα χειρότερα εγκλήματα; Διότι επιτρέπει στον παραχαράκτη να αποσπά ιδιοκτησίες και περιουσίες, χωρίς κόπο και ανταλλάγματα. Αν εμπιστεύεστε τις κεντρικές τράπεζες και τα κράτη για τους αγαθούς σκοπούς τους, καλώς κάνετε. Δεν είναι τίποτα περισσότερο από παραχαράκτες πάντως και αυτό δεν αλλάζει με τίποτα.

* O κ. Μαραμής Ευθύμης, έχει διατελέσει επιχειρηματίας μεταποίησης μετάλλου, τουριστικών υπηρεσιών ενώ τώρα ασχολείται με επενδύσεις. Είναι ανεξάρτητος αναλυτής της Αυστριακής σχολής οικονομικών και κοινωνικής οργάνωσης.

Πηγή: Capital