Άρθρο του George Soros για το τεύχος της 20ης Νοεμβρίου του The New York Review – μετάφραση από Άρη Παπαχρήστου

soros

Η Ευρώπη αντιμετωπίζει μία απειλή για την ίδια της την ύπαρξη από την Ρωσία. Ούτε οι Ευρωπαίοι ηγέτες, ούτε οι πολίτες αντιλαμβάνονται πλήρως αυτήν την απειλή ή γνωρίζουν πώς να την αντιμετωπίσουν πιο αποτελεσματικώς. Αποδίδω αυτό κυρίως στο γεγονός ότι τόσο η Ευρωπαϊκή Ένωση γενικώς, όσο και η Ευρωζώνη ειδικότερα, έχασαν τον δρόμο τους μετά την οικονομική κρίση του 2008.

Οι οικονομικοί κανόνες που επικρατούν αυτήν την εποχή στην Ευρώπη έχουν ξεσηκώσει σημαντική λαϊκή αντίσταση. Τα αντι-Ευρωπαϊκά κόμματα κατέκτησαν σχεδόν το 30% των εδρών στις τελευταίες εκλογές για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, αλλά, μέχρι προσφάτως, δεν είχαν μία εναλλακτική, της ΕΕ, λύση προς την οποίαν να δείχνουν. Τώρα, η Ρωσία παρουσιάζεται ως μία εναλλακτική πρόταση, η οποία θέτει μία βασική πρόκληση στις αξίες και τις αρχές πάνω στις οποίες ιδρύθηκε αρχικώς η Ευρωπαϊκή Ένωση. Βασίζεται πάνω στην χρήση βίας, η οποία εκδηλώνεται σαν καταπίεση εσωτερικώς και σαν επιθετικότητα στο εξωτερικό, σε αντίθεση με τον κανόνα του δικαίου. Αυτό που σοκάρει είναι ότι η Ρωσία του Βλαδίμηρου Πούτιν αποδεικνύεται να είναι ανώτερη της Ευρωπαϊκής Ενώσεως σε αρκετούς τρόπους –περισσότερο ευέλικτη, συνεχώς βγάζει εκπλήξεις. Αυτό της έχει δώσει μία τακτική υπεροχή, τουλάχιστον βραχυπροθέσμως.

Η Ευρώπη και οι Ηνωμένες Πολιτείες – κάθε μία για τους δικούς της λόγους-  είναι αποφασισμένες να αποφύγουν ανοιχτή στρατιωτική αντιπαράθεση με την Ρωσία. Η Ρωσία επωφελείται της διστακτικότητας τους. Παραβιάζοντας τις υποχρεώσεις της από τις συνθήκες, η Ρωσία προσάρτησε την Κριμαία και εδραίωσε αυτονομιστικούς θύλακες στην ανατολική Ουκρανία. Τον Αύγουστο, όταν η προσφάτως εγκατεστημένη στο Κίεβο κυβέρνηση απειλούσε να κερδίσει τον χαμηλού επιπέδου πόλεμο στην ανατολική Ουκρανία εναντίον των αυτονομιστικών δυνάμεων που υποστηρίζονταν από την Ρωσία, ο Πρόεδρος Πούτιν εισέβαλε στην Ουκρανία με κανονικές στρατιωτικές δυνάμεις, παραβιάζοντας τον Ρωσικό νόμο που εξαιρούσε τους κληρωτούς από υπηρεσία στο εξωτερικό χωρίς την συγκατάθεσή τους.

Σε εβδομήντα δύο ώρες, αυτές οι δυνάμεις κατέστρεψαν αρκετές εκατοντάδες από τα τεθωρακισμένα οχήματα της Ουκρανίας, ένα σημαντικό ποσοστό της πολεμικής της μηχανής. Συμφώνως με τον Στρατηγό Wesley Clark, πρώην Ανώτατο Αρχηγό των συμμαχικών δυνάμεων του ΝΑΤΟ στην Ευρώπη, οι Ρώσοι χρησιμοποίησαν συστήματα πολλαπλής εκτοξεύσεως πυραύλων, εξοπλισμένων με πυρομαχικά διασποράς και θερμοβαρικές κεφαλές (ένα απάνθρωπο όπλο που θα έπρεπε να απαγορευθεί) με καταστροφικές επιπτώσεις. Η τοπική πολιτοφυλακή από την Ουκρανική πόλη του Ντνιεποπετρόφσκ υπέστη τις περισσότερες απώλειες διότι επικοινωνούσαν με κινητά τηλέφωνα και έτσι οι Ρώσοι μπορούσαν ευκόλως να τους εντοπίζουν και να τους στοχεύουν. Ο Πρόεδρος Πούτιν, μέχρι στιγμής, έχει τηρήσει μία συμφωνία εκεχειρίας που συνήψε με τον Ουκρανό Πρόεδρο Πέτρο Ποροσένκο στις 5 Σεπτεμβρίου, αλλά ο Πούτιν διατηρεί την επιλογή να συνεχίσει την εκεχειρία για όσο την βρίσκει συμφέρουσα ή, αλλιώς, να συνεχίσει την επίθεση πλήρους κλίμακος.

Τον Σεπτέμβριο, ο Πρόεδρος Ποροσένκο επισκέφθηκε στην Ουάσινγκτον, όπου τον υπεδέχθησαν ενθουσιαστικώς σε μία κοινή συνεδρίαση του Κογκρέσου. Στην ομιλία του, ζήτησε «τόσο θανατηφόρο όσο και μη θανατηφόρο» οπλισμό. Ωστόσο, ο Πρόεδρος Ομπάμα αρνήθηκε την αίτησή του για πυραύλους χειρός Javelin που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν εναντίον των τανκς. Στον Ποροσένκο εδόθησαν ραντάρ, αλλά σε τι μπορεί να χρησιμεύσουν χωρίς πυραύλους; Τα Ευρωπαϊκά κράτη είναι εξ ίσου απρόθυμα να παράσχουν στρατιωτική βοήθεια στην Ουκρανία, καθώς φοβούνται την Ρωσική αντεκδίκηση. Η επίσκεψη στην Ουάσιγκτον χάρισε στον Πρόεδρο Ποροσένκο μία πρόσοψη υποστηρίξεως χωρίς καμιά ουσία από πίσω.

Εξ ίσου ανησυχητική είναι η αποφασιστικότητα των επίσημων διεθνών ηγετών να μη παράσχουν στην Ουκρανία οικονομικές δεσμεύσεις μέχρι μετά τις εκλογές της 26ης Οκτωβρίου. Αυτό έχει οδηγήσει σε μία αναπόφευκτη πίεση στα συναλλαγματικά αποθεματικά της Ουκρανίας και έχουν θέσει την πιθανότητα μίας πλήρους οικονομικής κρίσης στην χώρα.

Τώρα πια, υπάρχει πίεση από τους δωρητές, τόσο στην Ευρώπη όσο στις ΗΠΑ, να εφαρμοσθεί το bail-in στους κατόχους ομολόγων του κρατικού χρέους της Ουκρανίας, δηλαδή οι ομολογιούχοι να απορροφήσουν ζημίες στις επενδύσεις τους ως μία προϋπόθεση για περαιτέρω επίσημη βοήθεια στην Ουκρανία, η οποία θα έθετε περισσότερα χρήματα φορολογουμένων σε κίνδυνο. Αυτό θα ήταν ένα ανήκουστο λάθος. Η Ουκρανική κυβέρνηση αντιτίθεται στην πρόταση πολύ έντονα, καθώς θα έβαζε την Ουκρανία σε μία κατάσταση τεχνητής πτωχεύσεως, η οποία θα έκανε πρακτικώς αδύνατη την επαναχρηματοδότηση του χρέους του ιδιωτικού τομέα. Το bail-in στους ιδιώτες πιστωτές θα έσωζε πολύ λίγα χρήματα και θα καθιστούσε την Ουκρανία πλήρως εξαρτώμενη από τους επίσημους δωρητές.

Για να περιπλέξει τα θέματα, η Ρωσία ταυτοχρόνως κουνάει καρότα και απειλεί με μπαστούνια. Προσφέρει – αλλά αποφεύγει να υπογράψει – μία σύμβαση για την προμήθεια φυσικού αερίου που θα κάλυπτε τις ανάγκες της Ουκρανίας για τον χειμώνα. Την ίδια στιγμή, η Ρωσία προσπαθεί να αποτρέψει την παράδοση αερίου που η Ουκρανία εξασφάλισε από την Ευρωπαϊκή αγορά μέσω της Σλοβακίας. Παρομοίως, η Ρωσία διαπραγματεύεται με τον Οργανισμό για την Συνεργασία και την Ασφάλεια στην Ευρώπη για τον έλεγχο των συνόρων, ενώ, ταυτοχρόνως, συνεχίζει να επιτίθεται στο αεροδρόμιο του Ντονέτσκ και την παραλιακή πόλη της Μαριούπολης.

Είναι εύκολο να προβλέψουμε τι κείται μπροστά. Ο Πούτιν θα περιμένει τα αποτελέσματα των εκλογών της 26ης Οκτωβρίου και τότε θα προσφέρει στον Ποροσένκο το αέριο και τα λοιπά οφέλη που κούναγε μπροστά του με την προϋπόθεση ότι θα ορίσει έναν πρωθυπουργό αποδεκτό στον Πούτιν. Αυτό θα απέκλειε οποιονδήποτε είναι συνδεδεμένος με την νίκη των δυνάμεων που έριξαν την κυβέρνηση του Βίκτορ Γιανουκόβιτς, αντιστεκόμενοι σε αυτήν επί μήνες στο Μαϊντάν – πλατεία Ελευθερίας. Το θεωρώ πολύ απίθανο ο Ποροσένκο να αποδεχθεί μία τέτοια προσφορά. Εάν το έκανε, θα τον αποκήρυσσαν οι υπερασπιστές του Μαϊντάν. Έτσι θα αναγεννώντο οι δυνάμεις της εξεγέρσεως.

Ο Πούτιν μπορεί τότε να επανέλθει στην μικρότερη νίκη που μπορεί να είναι ακόμα μέσα στις δυνατότητές του: θα μπορούσε να ανοίξει με βία μία χερσαία οδό από την Ρωσία στην Κριμαία και στην Υπερδνειστερία πριν τον χειμώνα. Εναλλακτικώς, θα μπορούσε απλώς να καθίσει πίσω και να περιμένει την οικονομική και δημοσιονομική κατάρρευση της Ουκρανίας. Υποψιάζομαι ότι μπορεί να κρατάει την προοπτική ενός μεγάλου παζαριού στο οποίο η Ρωσία θα βοηθούσε τις ΗΠΑ εναντίον του ISIS – πχ μη παραδίδοντας στην Συρία τους πυραύλους S300 που έχει υποσχεθεί, διατηρώντας έτσι στην πράξη την κυριαρχία των ΗΠΑ στον αέρα – και η Ρωσία θα επιτρεπόταν να κάνει τα δικά της στην «εγγύς εξωτερικό», όπως αποκαλούν πολλά από τα έθνη που βρίσκονται δίπλα στην Ρωσία. Το χειρότερο είναι ότι ο Πρόεδρος Ομπάμα μπορεί να δεχθεί μία τέτοια συμφωνία.

Αυτό θα ήταν ένα τραγικό λάθος με εκτεταμένες γεωπολιτικές συνέπειες. Χωρίς να υποεκτιμώ την απειλή από το ISIS, θα υποστήριζα ότι η διατήρηση της ανεξαρτησίας της Ουκρανίας θα έπρεπε να διατηρήσει την προτεραιότητα. Χωρίς αυτήν, ακόμα και η συμμαχία εναντίον του ISIS θα διαλυόταν. Η κατάρρευση της Ουκρανίας θα ήταν μία τεράστια απώλεια για το ΝΑΤΟ, την Ευρωπαϊκή Ένωση και τις ΗΠΑ. Μία νικήτρια Ρωσία θα είχε πολύ μεγαλύτερη επιρροή μέσα στην ΕΕ και θα αποτελούσε μία δυναμική απειλή για τις Βαλτικές χώρες με τους μεγάλους εθνικούς πληθυσμούς Ρώσων. Αντί να υπερασπίζεται την Ουκρανία, το ΝΑΤΟ θα βρισκόταν να υπερασπίζεται τον εαυτό του στην δική του γη. Αυτό θα εξέθετε τόσο την ΕΕ όσο και τις ΗΠΑ στον κίνδυνο ακριβώς που τόσο θέλουν να αποφύγουν: μία απ’ ευθείας στρατιωτική αντιπαράθεση με την Ρωσία. Η Ευρωπαϊκή Ένωση θα γινόταν ακόμα πιο διαιρεμένη και μη κυβερνήσιμη. Γιατί να αφήσουν οι ΗΠΑ και οι άλλες χώρες του ΝΑΤΟ αυτό να συμβεί;

Το επιχείρημα που έχει επικρατήσει τόσο στην Ευρώπη όσο και στις ΗΠΑ είναι ότι ο Πούτιν δεν είναι Χίτλερ. Άρα, δίνοντάς του ό,τι αυτός ευλόγως μπορεί να ζητεί, μπορεί να τον αποτρέψουν να καταφύγει σε περαιτέρω χρήση βίας. Εν τω μεταξύ, οι κυρώσεις σε βάρος της Ρωσίας – που περιλαμβάνουν, για παράδειγμα, περιορισμούς σε επιχειρηματικές συναλλαγές, σε χρηματοδότηση και το εμπόριο –θα έχουν το αποτέλεσμά τους και, μακροπροθέσμως, η Ρωσία θα αναγκασθεί να υποχωρήσει για να κερδίσει κάποια ανακούφιση από αυτά.

Αυτά είναι ψεύτικες ελπίδες που προέρχονται από ένα λανθασμένο επιχείρημα, χωρίς πραγματικά αποδεικτικά στοιχεία για να το στηρίζουν. Ο Πούτιν επανειλημμένως έχει προσφύγει σε βία και είναι έτοιμος να ξανακάνει έτσι εκτός και αν αντιμετωπίζει ισχυρή αντίσταση. Ακόμα και εάν είναι δυνατόν η υπόθεση να αποδειχθεί ισχυρή, είναι πολύ ανεύθυνο να μη ετοιμάσουμε ένα σχέδιο Β.

Υπάρχουν δύο αντίθετα επιχειρήματα που είναι λιγότερο φανερά, αλλά ακόμα πιο σημαντικά. Πρώτον οι αρχές της Δύσης αγνοούν την σημασία αυτού που αποκαλώ «νέα Ουκρανία», που γεννήθηκε στην επιτυχημένη εξέγερση στο Μαϊντάν. Πολλοί επίσημοι με προϊστορία ενασχολήσεως με την Ουκρανία έχουν δυσκολία να προσαρμοσθούν στην επαναστατική αλλαγή που συνέβη εκεί. Την προσφάτως υπογραφείσα Συμφωνία Συνδέσεως μεταξύ της ΕΕ και της Ουκρανίας είχε αρχικώς διαπραγματευθεί η κυβέρνηση Γιανουκόβιτς. Αυτό το λεπτομερές οδικό σχέδιο χρειάζεται πλέον προσαρμογή σε μία τελείως διαφορετική κατάσταση. Πχ, το οδικό σχέδιο προβλέπει την σταδιακή αλλαγή και επανεκπαίδευση του δικαστικού σώματος μέσα σε μία πενταετία, ενώ ο λαός απαιτεί άμεση και ριζική ανανέωση. Όπως το έθεσε ο νέος δήμαρχος του Κιέβου, Βιτάλι Κλίτσκο, «Αν βάλεις φρέσκα αγγουράκια σε ένα βαρέλι με τουρσί, συντόμως θα γίνουν και αυτά τουρσί»

Αντιθέτως προς μερικές περιγραφές που κυκλοφόρησαν ευρέως, στην εξέγερση στο Μαϊντάν ηγείτο η αφρόκρεμα της κοινωνίας: νεαροί άνθρωποι, πολλοί από τους οποίους είχαν σπουδάσει στο εξωτερικό και στην επιστροφή τους είχαν αρνηθεί να εργασθούν για το δημόσιο ή τις υφιστάμενες επιχειρήσεις, καθώς έβρισκαν και τα δύο αποκρουστικά. (Οι Εθνικιστές και οι αντι-Σημίτες αποτελούσαν μόνον μία μειοψηφία των διαδηλωτών εναντίον του Γιανουκόβιτς). Αυτοί είναι οι ηγέτες της νέας Ουκρανίας και ανθίστανται σθεναρώς στην επιστροφή της «παλιάς Ουκρανίας», με την ενδημική διαφθορά και αναποτελεσματικό κράτος.

Η νέα Ουκρανία έχει να αντιμετωπίσει την Ρωσική επιθετικότητα, την αντίσταση της γραφειοκρατίας, τόσο στην χώρα όσο και στο εξωτερικό, αλλά και την σύγχυση στον γενικό πληθυσμό. Με έκπληξη, παρατηρούμε ότι έχει την υποστήριξη πολλών ολιγαρχών, όπως ο Πρόεδρος Ποροσένκο, κυριότερος μεταξύ τους και του γενικού πληθυσμού. Υπάρχουν, ασφαλώς, βαθιές διαφορές στην ιστορία, την γλώσσα και στην προοπτική μεταξύ του ανατολικού και του δυτικού τμήματος της χώρας, αλλά η Ουκρανία είναι πιο ενωμένη και πιο φιλο-Ευρωπαϊκή από ποτέ. Αυτή η ενότητα, όμως, είναι πολύ εύθραυστη.

Αυτή η νέα Ουκρανία δεν έχει γενικώς αναγνωριστεί διότι χρειάσθηκε χρόνος πριν να μπορέσει να κάνει αισθητή την επιρροή της. Πρακτικώς, δεν είχε καθόλου διαθέσιμες δυνάμεις ασφαλείας όταν γεννήθηκε. Οι δυνάμεις ασφαλείας της παλιάς Ουκρανίας είχαν ανακατευθεί ενεργώς στην καταστολή της εξεγέρσεως του Μαϊντάν και βρέθηκαν τελείως απροσανατόλιστες αυτό το καλοκαίρι όταν έπρεπε να δεχθούν διαταγές από μία κυβέρνηση που σχηματίσθηκε από τους υποστηρικτές της εξεγέρσεως. Κανείς δεν απορεί που, στην αρχή, η νέα κυβέρνηση δεν μπορούσε να προβάλλει αποτελεσματική αντίσταση στην δημιουργία ενός αυτονομιστικού θύλακα στην ανατολική Ουκρανία. Είναι πολύ αξιοσημείωτο το ότι ο Πρόεδρος Ποροσένκο κατόρθωσε, μέσα σε λίγους μήνες από την εκλογή του, να στήσει μία επίθεση που παραλίγο να ανακτήσει αυτούς τους θύλακες.

Για να εκτιμήσει κάποιος τα πλεονεκτήματα αυτής της νέας Ουκρανίας, πρέπει να έχει κάποια προσωπική επαφή μαζί της. Μπορώ να μιλώ από προσωπική εμπειρία, αλλά πρέπει να ομολογήσω ότι έχω μία προκατάληψη υπέρ της. Δημιούργησα ένα Ίδρυμα στην Ουκρανία το 1990, ακόμα πριν το κράτος αποκτήσει την ανεξαρτησία του. Το διοικητικό του συμβούλιο και το προσωπικό του αποτελούνται αποκλειστικώς από Ουκρανούς και έχει βαθιές ρίζες στην κοινωνία. Επισκεπτόμουν την χώρα συχνά, αλλά όχι μεταξύ του 2004 και των πρώτων μηνών του 2014, όταν επέστρεψα για να είμαι μάρτυρας στην γέννηση της νέας Ουκρανίας.

Εντυπωσιάσθηκα αμέσως από την τεράστια πρόοδο στην ωριμότητα και την εμπειρία στην διάρκεια αυτής της περιόδου, τόσο στο ίδρυμά μου, όσο και στην κοινωνία , γενικότερα. Σήμερα, η ενασχόληση με την κοινωνία και την πολιτική ζωή είναι, πιθανότατα, μεγαλύτερη από οπουδήποτε αλλού στην Ευρώπη. Οι πολίτες έχουν αποδείξει την θέλησή τους να θυσιάσουν την ζωή τους για την χώρα τους. Αυτές είναι οι κρυφές δυνάμεις της νέας Ουκρανίας που η Δύση έχει παραβλέψει.

Η άλλη ανεπάρκεια της τρέχουσας Ευρωπαϊκής στάσης απέναντι στην Ουκρανία είναι ότι αποτυγχάνει να αναγνωρίσει ότι η Ρωσική επίθεση στην Ουκρανία είναι, εμμέσως, μία επίθεση στην Ευρωπαϊκή Ένωση και τις αρχές διακυβερνήσεώς της. Έπρεπε να είναι φανερό ότι δεν είναι κατάλληλο για ένα κράτος, ή μία ομάδα κρατών, που είναι σε πόλεμο να ακολουθεί μία πολιτική δημοσιονομικής λιτότητας,όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση συνεχίζει να ακολουθεί. Όλοι οι διαθέσιμοι πόροι θα έπρεπε να τεθούν στην υπηρεσία της πολεμικής προσπάθειας, ακόμα και αν αυτό σημαίνει ότι θα υπάρξουν δημοσιονομικά ελλείμματα. Η αστάθεια της νέας Ουκρανίας κάνει ακόμα πιο επικίνδυνη την αμφιθυμία της Δύσης. Βρίσκεται σε κίνδυνο όχι μόνον η επιβίωση της νέας Ουκρανίας, αλλά και το μέλλον του ΝΑΤΟ και της ίδιας της Ευρωπαϊκής Ενώσεως. Με την απουσία ενιαίας αντιστάσεως, δεν είναι ρεαλιστικό να περιμένουμε ότι ο Πούτιν θα σταματήσει να πιέζει πέρα από την Ουκρανία, όταν βλέπει την διαίρεση της Ευρώπης και την κυριαρχία της Ρωσίας.

Έχοντας εντοπίσει μερικές από τις ελλείψεις της τρέχουσας προσεγγίσεως, θα προσπαθήσω να περιγράψω τον δρόμο που θα έπρεπε να ακολουθήσει η Ευρώπη. Οι κυρώσεις κατά της Ρωσίας είναι απαραίτητες, αλλά είναι ένα απαραίτητο κακό. Έχουν μία αρνητική επίδραση όχι μόνον πάνω στην Ρωσία, αλλά και στις Ευρωπαϊκές οικονομίες, της Γερμανίας περιλαμβανομένης. Αυτό χειροτερεύει τις ήδη υφιστάμενες δυνάμεις που προωθούν την ύφεση και τον αποπληθωρισμό. Αντιθέτως, η βοήθεια στην Ουκρανία θα είχε ένα τονωτικό αποτέλεσμα, όχι μόνον στην Ουκρανία, αλλά και στην Ευρώπη. Αυτή είναι η αρχή που θα έπρεπε να καθοδηγεί την Ευρωπαϊκή συμπαράσταση στην Ουκρανία.

Η Γερμανία, ως ο κύριος συνήγορος της δημοσιονομικής πειθαρχίας, πρέπει να καταλάβει την βασική αντίθεση. Η Καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ έχει συμπεριφερθεί ως πραγματική Ευρωπαία σε σχέση με την απειλή που παρουσιάζει η Ρωσία. Ήταν ο κυριότερος συνήγορος των κυρώσεων στην Ρωσία και ήταν περισσότερο από διατεθειμένη να αψηφήσει την Γερμανική κοινή γνώμη και τα επιχειρηματικά συμφέροντα σε αυτό, παρά σε άλλα ζητήματα. Μόνον μετά την κατάρριψη του Μαλαισιανού πολιτικού αεροσκάφους τον Ιούλιο, η Γερμανική κοινή γνώμη συμφώνησε μαζί της. Παρ’ όλα αυτά, στο θέμα της δημοσιονομικής πειθαρχίας προσφάτως επαναβεβαίωσε την πίστη της στην ορθοδοξία της Μπούντεσμπανκ – προφανώς ως αντίδραση στις εκλογικές διεισδύσεις από το κόμμα «Εναλλακτική Λύση για την Γερμανία», το αντι-Ευρωπαϊκό κόμμα. Φαίνεται ότι δεν αντιλαμβάνεται πόσο ανακόλουθο είναι αυτό. Έπρεπε να είναι πιο δεσμευμένη στην βοήθεια στην Ουκρανία παρά στην επιβολή κυρώσεων στην Ρωσία.

Η νέα Ουκρανία έχει την πολιτική θέληση τόσο να προασπισθεί την Ευρώπη έναντι της Ρωσικής επιθετικότητας, όσο και να δεσμευθεί σε ριζικές διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις. Για να διατηρήσει και να ενδυναμώσει αυτήν την θέληση, η Ουκρανία πρέπει να δεχθεί επαρκή βοήθεια από τους υποστηρικτές της. Χωρίς αυτήν, τα αποτελέσματα θα είναι απογοητευτικά και η ελπίδα θα μετατραπεί σε απόγνωση. Η απογοήτευση έχει ήδη αρχίσει να εδράζεται από την στιγμή που η Ουκρανία υπέστη στρατιωτική ήττα και δεν έλαβε τα όπλα που χρειάζεται για να υπερασπισθεί τον εαυτό της.

Είναι καιρός για τα μέλη της Ευρωπαϊκής Ενώσεως να ξυπνήσουν και να συμπεριφερθούν ως κράτη που βρίσκονται εμμέσως σε πόλεμο. Είναι καλύτερα να βοηθήσουν την Ουκρανία να υπερασπισθεί τον εαυτό της, παρά να πρέπει να πολεμήσουν για τον εαυτό τους. Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, πρέπει να εξαφανισθεί η εσωτερική αντίφαση του να είναι σε πόλεμο και να παραμένουν δεσμευμένα στην δημοσιονομική πειθαρχία. Εάν υπάρχει θέληση, θα βρεθεί ο τρόπος.

Ας είμαι συγκεκριμένος. Στην τελευταία του αναφορά προόδου, που εκδόθηκε νωρίς τον Σεπτέμβριο, το ΔΝΤ εκτίμησε ότι στην χειρότερη περίπτωση η Ουκρανία θα χρειαζόταν πρόσθετη βοήθεια $19 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Οι συνθήκες έχουν χειροτερεύσει περαιτέρω από τότε. Μετά τις Ουκρανικές εκλογές, το ΔΝΤ θα χρειασθεί να επανεκτιμήσει την βασική του πρόβλεψη σε διαβούλευση με την Ουκρανική κυβέρνηση. Θα έπρεπε να παράσχει άμεση χρηματική βοήθεια τουλάχιστον$20 δισεκατομμυρίων δολαρίων, μαζί με υπόσχεση για περισσότερα όταν χρειασθεί. Οι συνεταίροι της Ουκρανίας θα πρέπει να προσφέρουν επιπλέον χρηματοδότηση με τον όρο της συμμορφώσεως με το υποστηριζόμενο από το ΔΝΤ πρόγραμμα, αναλαμβάνοντας τον δικό τους κίνδυνο, όπως είναι η συνήθης πρακτική.

Η δαπάνη των δανεικών κεφαλαίων ελέγχεται από την συμφωνία μεταξύ του ΔΝΤ και της Ουκρανικής κυβερνήσεως. Τέσσερα δισεκατομμύρια δολάρια θα πηγαίνανε για να αναπληρώσουν το κενό στις Ουκρανικές πληρωμές μέχρι σήμερα, $2 δισεκατομμύρια δολάρια θα πηγαίνανε για την επισκευή των ορυχείων άνθρακα στην ανατολική Ουκρανία, όσων παραμένουν στον έλεγχο της κεντρικής κυβερνήσεως και$2 δισεκατομμύρια δολάρια θα διετίθεντο για την αγορά επί πλέον αερίου για τον χειμώνα. Τα υπόλοιπα θα αναπληρούσαν τα συναλλαγματικά διαθέσιμα της κεντρικής τραπέζης.

Το νέο πακέτο βοηθείας θα έπρεπε να περιέχει μία ανταλλαγή χρέους που θα μετέτρεπε το χρέος σε σκληρό συνάλλαγμα (Ευρωομόλογα) της Ουκρανίας (που φθάνει σχεδόν τα $18 δισεκατομμύρια) σε μακροπρόθεσμα, λιγότερο ριψοκίνδυνα ομόλογα. Αυτό θα ελάφραινε το βάρος του Ουκρανικού χρέους και θα χαμήλωνε το ασφάλιστρο κινδύνου. Συμμετέχοντας στην ανταλλαγή, οι ομολογιούχοι θα συμφωνούσαν να αποδεχθούν ένα χαμηλότερο επιτόκιο και να περιμένουν περισσότερο για να πάρουν πίσω τα χρήματά τους. Η ανταλλαγή θα ήταν εθελοντική και βασισμένη στην αγορά, ώστε να μη χαρακτηρισθεί κακώς ως πτώχευση. Οι ομολογιούχοι θα συμμετείχαν καθώς τα νέα μακροπρόθεσμα ομόλογα θα ήταν εγγυημένα – αλλά μόνον μερικώς-  από τις ΗΠΑ ή την Ευρώπη, κάπως όπως οι ΗΠΑ βοήθησαν την Λατινική Αμερική να βγει από την κρίση χρέους στην δεκαετία του 1980 με τα αποκαλούμενα ομόλογα Μπράντυ (από το όνομα του Υπουργού Οικονομικών των ΗΠΑ Νικόλας Μπράντυ).

Μία τέτοια ανταλλαγή θα είχε μερικές σημαντικές ωφέλειες. Μία είναι ότι, στα επόμενα δύο ή τρία κρίσιμα χρόνια, η κυβέρνηση θα χρειαζόταν να χρησιμοποιήσει πολύ λιγότερα από τα σπανίζοντα συναλλαγματικά αποθέματα για να πληρώσει τους ομολογιούχους. Τα χρήματα θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για άλλες επείγουσες ανάγκες. Περικόπτοντας τις αποπληρωμές χρέους της Ουκρανίας τα επόμενα λίγα χρόνια,η ανταλλαγή θα μείωνε της πιθανότητες μίας κρατικής χρεοκοπίας, αποθαρρύνοντας την φυγή των κεφαλαίων και σταματώντας την επικείμενη επιδρομή στις τράπεζες. Αυτό θα έκανε ευκολότερο το να πεισθούν οι ιδιοκτήτες των Ουκρανικών τραπεζών(πολλοί από τους οποίους είναι ξένοι) να προσφέρουν σε αυτές τα νέα κεφάλαια που απαιτούνται επειγόντως. Οι τράπεζες απεγνωσμένως απαιτούν μεγαλύτερα μαξιλάρια κεφαλαίων για να αποφύγει η Ουκρανία μία πλήρη τραπεζική κρίση, αλλά οι μέτοχοι γνωρίζουν ότι μία κρίση χρέους θα μπορούσε να προκαλέσει μία τραπεζική κρίση που εξαλείφει την αξία των μετοχών τους.

Τέλος, η Ουκρανία θα κρατούσε τους ομολογιούχους δεσμευμένους, αντί να τους παρακολουθεί να εισπράττουν 100 σεντ στο δολάριο καθώς το υπάρχον χρέος καθίσταται ληξιπρόθεσμο τα επόμενα λίγα χρόνια. Αυτό θα επέτρεπε στην Ουκρανία θα επανέλθει στις διεθνείς αγορές ομολόγων μόλις περάσει η κρίση. Κάτω από τις σημερινές συνθήκες θα ήταν πιο πρακτικό και αποτελεσματικό για τις ΗΠΑ και την Ευρώπη να μη χρησιμοποιήσουν τις δικές τους πιστώσεις απ’ ευθείας για να εγγυηθούν μέρος του Ουκρανικού χρέους, αλλά να χρησιμοποιήσουν ενδιαμέσους,όπως την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Ανασυγκροτήσεως και Αναπτύξεως ή την Διεθνή Τράπεζα και τις θυγατρικές της.

Η εταιρεία Ναφτογκάζ που ανήκει στο Ουκρανικό κράτος είναι μία μαύρη τρύπα στον προϋπολογισμό και βασική πηγή διαφθοράς. Η Ναφτογκάζ σήμερα πωλεί αέριο στα σπίτια για $47 ανά χίλια κυβικά μέτρα (TCM), για το οποίο πληρώνει $380 το TCM. Σήμερα, οι πολίτες δεν μπορούν να ελέγξουν την θερμοκρασία στα διαμερίσματά τους. Μία ριζική αναδιάρθρωση όλου του συστήματος της Ναφτογκαζ θα μπορούσε να μειώσει την οικιακή κατανάλωση τουλάχιστον κατά το ήμισυ και να εξαλείψει τελείως την εξάρτηση της Ουκρανίας στην Ρωσία για αέριο. Αυτό θα συνεπάγετο την χρέωση των οικιών στις τιμές αγοράς για το αέριο. Το πρώτο βήμα θα ήταν να εγκατασταθούν μετρητές στα σπίτια και το δεύτερο να μοιράζονται βοηθήματα στις άπορες οικογένειες.

Η θέληση για να προχωρήσουν σε αυτές τις μεταρρυθμίσεις είναι ισχυρή τόσο στην νέα διοίκηση όσο και στην επόμενη κυβέρνηση, αλλά το έργο είναι εξαιρετικώς πολύπλοκο (πώς ορίζεις ποιος είναι άπορος;) και η εμπειρία ανεπαρκής. Η Διεθνής Τράπεζα και οι θυγατρικές της θα μπορούσαν να χρηματοδοτήσουν μία ομάδα ανάπτυξης έργων που θα έφερνε μαζί διεθνείς και τοπικούς εμπειρογνώμονες για να μετατρέψουν την υφιστάμενη πολιτική θέληση σε χρηματοδοτήσιμα έργα. Το αρχικό κόστος θα ξεπερνούσε τα $10 δισεκατομμύρια, αλλά θα μπορούσε να χρηματοδοτηθεί από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων και θα απέφερε πολύ μεγάλες επιστροφές.

Είναι καιρός για την Ευρωπαϊκή Ένωση να κοιτάξει τον εαυτό της με κριτική ματιά. Κάτι πρέπει να είναι λάθος με την ΕΕ αν η Ρωσία του Πούτιν μπορεί να είναι τόσο επιτυχής έστω και βραχυπροθέσμως. Η γραφειοκρατία της ΕΕ δεν έχει πια μονοπώλιο της εξουσίας και έχει λίγα πράγματα για τα οποία να είναι υπερήφανη. Πρέπει να μάθει να είναι πιο ενωμένη, ευέλικτη και αποτελεσματική. Και οι Ευρωπαίοι οι ίδιοι πρέπει να ρίξουν μια ματιά στην νέα Ουκρανία. Αυτό θα μπορούσε να τους βοηθήσει να ξαναβρούν το αρχικό πνεύμα που οδήγησε στην δημιουργία της Ευρωπαϊκής Ενώσεως. Η Ευρωπαϊκή Ένωση θα σώσει τον εαυτό της, σώζοντας την Ουκρανία.

 

Πηγή: Άρης Παπαχρήστου