Γράφει ο Ευθύμης Μαραμής*

Δημοσιεύθηκε στο Capital στις 8 Νοεμβρίου 2014

ΦΩΤΟΠΟΥΛΟΣ

Μεγάλος δημόσιος τομέας, δεν σημαίνει απλά πολλούς απασχολούμενους σε αυτόν per se. Μεγάλος δημόσιος τομέας, σημαίνει κυρίως  έλεγχος της οικονομίας μέσω νευραλγικών τομέων όπως για παράδειγμα αυτόν της ηλεκτρικής ενέργειας.

Είναι πολύ σημαντικό να μην ξεχνάμε, πως όταν οι τιμές δεν διαμορφώνονται ελεύθερα βάσει της προσφοράς και της ζήτησης σε ελεύθερο ανταγωνιστικό περιβάλλον, (παραδείγματος χάρη στη μονοπωλιακή αγορά ενέργειας) καθίστανται στρεβλές και δίνουν λάθος πληροφορίες στους μη διαπλεγμένους επιχειρηματίες, αλλά και στην οικιακή κατανάλωση-οικονομία. Ας τονιστεί εδώ πως η οικιακή οικονομία δεν πρέπει ποτέ να υποτιμάται, διότι αποτελεί εφαλτήριο κάθε οικονομικής δραστηριότητας. H ιδιοκτησία είναι θεμελιώδες συστατικό της οικονομικής δραστηριότητας, καθώς χωρίς αυτήν δεν μπορεί να υπάρξει αντιπροσωπευτική διαμόρφωση των τιμών. Η οικειοθελής συναλλαγή, προϋποθέτει την επίτευξη κέρδους ανάμεσα στους συναλλασσόμενους. Όσο περισσότεροι είναι οι συναλλασσόμενοι, σε μια διαδικασία προσφοράς και ζήτησης, τόσο πιο ελεύθερα διαμορφώνονται οι τιμές.

Η ΔΕΗ είναι μια επιχείρηση  η οποία συγκεντρώνει όλα τα χαρακτηριστικά μιας κολεκτίβας «κοινωνικοποίησης των μέσων παραγωγής» στα πρότυπα των μπολσεβίκων. Οι εργαζόμενοι και οι ασφαλισμένοι σε αυτήν,  συμφώνησαν με το κράτος πως μέρος της παραγωγής  ενέργειας ανήκει σε αυτούς.

«Μια συμφωνία Bενιζέλου – ΓENOΠ που επικυρώθηκε με νόμο  το 1999 προβλέπει ότι έχει σχηματισθεί περιουσία των εργαζομένων της ΔEH ύψους 3,8 δισ  ευρώ (υπολογισμός 1992) ενσωματωμένη στην περιουσία της ΔEH που είχε την πλήρη και αποκλειστική διαχείριση των πόρων ως ασφαλιστής του προσωπικού της. Σύμφωνα με τον νόμο 2773/1999, οι καταβολές του κράτους συνιστούν πάγιο πόρο του νέου ασφαλιστικού φορέα του προσωπικού. Oι καταβολές θα εγγράφονται στον εκάστοτε κρατικό προϋπολογισμό και θα καλύπτουν τη διαφορά εσόδων παροχών, δηλαδή τα ελλείμματα του Ταμείου σε ετήσια βάση. Στο ίδιο πλαίσιο το Δημόσιο δεσμεύτηκε και πράγματι μεταβίβασε στον OAΠ ΔEH ποσοστό του 20% για το πρώτο 25% του προς διάθεση μετοχικού κεφαλαίου της επιχείρησης και της τάξης του 15% για το υπόλοιπο.» (καθημερινή 7/2010)

Βλέπουμε λοιπόν πως στα πρότυπα της ΕΣΣΔ, μέρος «δημόσιας» επιχείρησης, έχει παραχωρηθεί στους εργαζόμενους σε αυτήν.

«Είναι χαρακτηριστικό ότι για τους 24.547 ασφαλισμένους της ΔΕΗ δόθηκε επιχορήγηση ύψους 604 εκατ. ευρώ (από 758 εκατ. το 2009), ή αλλιώς 24.606 ευρώ ανά ασφαλισμένο (το υψηλότερο ποσοστό ανάμεσα σε όλα τα ταμεία). Συνολικά  την περίοδο 2002-2010 δόθηκαν στον ΟΑΠ-ΔΕΗ κρατικές επιχορηγήσεις συνολικού ύψους 4,2 δισ. ευρώ -και περίπου 5,4 δισ. από τη σύσταση του Ταμείου το 1999, ενώ η «μαύρη τρύπα» του Ταμείου εκτιμάται ότι φέτος θα αγγίξει τα 900 εκατ. ευρώ. Οι εργαζόμενοι της ΔΕΗ υπογραμμίζουν με έμφαση ότι τα λεφτά που δίνονται από το κράτος στον ΟΑΠ-ΔΕΗ δεν είναι επιχορήγηση, αλλά. αντιπαροχή. Είναι δηλαδή επιστροφή των χρημάτων που έχει προεισπράξει ο προϋπολογισμός με τη μετοχοποίηση του 49% της ΔΕΗ και τα επιστρέφει στους εργαζόμενους σε δόσεις, όπως συμφωνήθηκε με νόμο το 1999. Προσθέτουν δε πως τα πάγια του Εθνικού Ηλεκτρικού Συστήματος της χώρας (εργοστάσια, δίκτυα κ.λπ.) έγιναν με τις ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων της περιόδου 1966-1999, πράγμα που αναγνωρίστηκε σαν ασφαλιστική περιουσία τους ενσωματωμένη στη ΔΕΗ με τον Ν. 2773/1999, η οποία πρόσφατα από την ολομέλεια του Αρείου Πάγου προσδιορίστηκε στα 11,9 δισ. ευρώ. Μάλιστα οι εργαζόμενοι ετοιμάζονται να προβούν σε δικαστικές προσφυγές για να τους επιστραφούν τα χρήματα αυτά από το κράτος (!), προσπαθώντας, εμμέσως πλην σαφώς, να μπλοκάρουν τη διαδικασία ιδιωτικοποίησης της εταιρείας. Σημειώνεται ότι η σημερινή χρηματιστηριακή αξία της ΔΕΗ, όπως αυτή αποτιμάται στο ΧΑ, είναι χαμηλότερη των 2,6 δισ. Ευρώ. (Έθνος 9/2014)

Όπως αντιλαμβάνεστε, για κάποιους δεν ισχύει η χρεοκοπία, ούτε των ταμείων, ούτε του κράτους, ή όπως θα έλεγε ο Όργουελ, «όλα τα ζώα είναι ίσα, αλλά κάποια ζώα είναι πιο ίσα από τα άλλα».  Όπως έχει επισημανθεί και σε άλλα άρθρα, η αξιολόγηση σε περιβάλλον μη ανταγωνιστικό, όταν δεν υπόκειται σε διαδικασία προσφοράς και ζήτησης από ελεύθερη αγορά, παραμορφώνει τις τιμές και οδηγεί είτε σε πληθώρα είτε σε έλλειμμα προϊόντων και υπηρεσιών. Οι επιχειρήσεις δε, που κινούνται γύρω από μονοπωλιακά καρτέλ, «μολύνονται» με την λάθος πληροφορία των αυθαίρετα προσδιορισμένων τιμών και καθίστανται σταδιακά μη βιώσιμες. Από το 1920 ως το 1930 αυτή η θεωρία αποτέλεσε ένα σφοδρό πεδίο αντιπαράθεσης ανάμεσα στον τότε ανερχόμενο σοσιαλισμό και στην Αυστριακή οικονομική θεωρία. Η ορθότητα της a priori (προ εμπειρίας) θέσης που  υποστήριζε με σθένος η Αυστριακή σχολή, δυστυχώς, επαληθεύτηκε αφού πρώτα έχασαν τη ζωή τους εκατομμύρια άνθρωποι, πριν την κατάρρευση των σοσιαλιστικών καθεστώτων του Χίτλερ και της ΕΣΣΔ, που ξεκίνησαν την «σταυροφορία» κατά της ελεύθερης αγοράς.

Δεν πρέπει βεβαίως να θεωρείται  πως η ελεύθερη αγορά είναι άγια και αλάνθαστη. Αποδεδειγμένα ιστορικά όμως, είναι ο πιο ικανός και δίκαιος τρόπος αξιολόγησης της οικονομικής δραστηριότητας, καθώς αφήνει την επιλογή στα μέλη της. Όταν οι επιτυχίες και τα λάθη είναι αποτέλεσμα ατομικής επιλογής, καθιστούν τον άνθρωπο υπεύθυνο στον μέγιστο δυνατό βαθμό. Η συνάθροιση άπειρων ατομικών επιλογών, είναι η βάση της θεωρίας της ελεύθερης συναλλακτικής αγοράς. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, έχει αποδειχτεί πως όσο περισσότερο εμπλέκονται κεντρικοί μηχανισμοί μαζικού σχεδιασμού και ελέγχου της οικονομίας, τόσο μειώνεται η ελευθερία ατομικού σχεδιασμού. Τα τραγικά παραδείγματα των σκληρών κολεκτιβιστικών σοσιαλιστικών οικονομιών, είναι χαρακτηριστικά για το αποτέλεσμα της έλλειψης των κινήτρων τα οποία παρέχει μια ικανοποιητικά  ελεύθερη οικονομία βασισμένη στην ατομική ιδιοκτησία.

Η ΔΕΗ είναι ένας αντιπαραγωγικός σοβιετικός δεινόσαυρος από τους ακριβότερους στην Ευρώπη, σε μια από της φτωχότερες οικονομίες της Ευρώπης.

«Επί τρία χρόνια  η επιχείρηση, στο όνομα της προστασίας ευάλωτων καταναλωτών που θα μπορούσε να τους έχει εντάξει στο ΚΟΤ, υποχρέωνε τους καταναλωτές να επιδοτούν το φθηνό ρεύμα των εξοχικών. Το κόστος αυτό μάλιστα το είχε μεταφέρει εξ ολοκλήρου στις μικρές εμπορικές επιχειρήσεις και εργαστήρια επιβαρύνοντάς τους με 50 εκατ. ετησίως σε μια εποχή που έδιναν μάχη επιβίωσης. Το μεγαλύτερος μέρος του ποσού που οι καταναλωτές πληρώνουν για ΥΚΩ αντιπροσωπεύει το αυξημένο κόστος ηλεκτροδότησης των μη διασυνδεδεμένων νησιών, το οποίο το 2012 ανήλθε σε 784 εκατ. ευρώ και το 2013 στα 771 εκατ. ευρώ. Το υψηλό αυτό κόστος προκύπτει από το γεγονός ότι δεν έχουν πραγματοποιηθεί οι προγραμματισμένες από την προηγούμενη δεκαετία επενδύσεις για την ηλεκτρική διασύνδεση των νησιών, με αποτέλεσμα η ζήτηση στα νησιά να καλύπτεται από ακριβές μονάδες πετρελαίου και ντίζελ. Μόνο για την ηλεκτροδότηση της Κρήτης οι καταναλωτές επιβαρύνθηκαν με 415,6 εκατ. ευρώ το 2012 και με 388,6 εκατ. το 2013. Το κόστος διασύνδεσης του νησιού υπολογίζεται, με βάση τις μελέτες που έχουν γίνει, σε 1-1,5 δισ. ευρώ, που σημαίνει απόσβεση σε διάστημα 3-4 ετών. Στα 64 εκατ. ανέρχεται το ετήσιο κόστος για Μύκονο, Πάρο, Σύρο, όταν το κόστος διασύνδεσής τους ανέρχεται στα 240 εκατ. ευρώ, σύμφωνα με τον προϋπολογισμό του σχετικού έργου που έχει δημοπρατήσει ο ΑΔΜΗΕ από πέρυσι, χωρίς μέχρι στιγμής να έχει ολοκληρωθεί η ανάθεσή στο σύνολό της. Παράταση από την τρόικα εξασφάλισε η κυβέρνηση, σύμφωνα με το υπ. Περιβάλλοντος, και για την επιδότηση του αγροτικού τιμολογίου. Το βασικό επιχείρημα ήταν ότι δεν υπάρχει ξεκάθαρη εικόνα για το ποιοι από τους χρήστες του είναι πραγματικοί δικαιούχοι, κάτι που θα μπορεί να ελεγχθεί με την εγκατάσταση «έξυπνων μετρητών» τέλη του 2015. Μέχρι τότε, ξενοδοχεία και όχι μόνο θα συνεχίζουν να απολαμβάνουν ρεύμα φθηνότερο από 40 έως 50% από τους οικιακούς καταναλωτές. Στις πλάτες των καταναλωτών επιδιώκει να μεταφέρει μέσω του ΣτΕ ο ΔΕΔΔΗΕ (Διαχειριστής Δικτύου) και το κόστος της παροχής δωρεάν ρεύματος ύψους 11,33 εκατ. ευρώ ετησίως στους 6.810 υπαλλήλους του.» (καθημερινή 7/2014)

Στο θέμα της ΔΕΗ έχουμε το σύνηθες φαινόμενο του ξεσηκωμού συγκεκριμένων ευνοούμενων ομάδων πίεσης. Είναι  απαράδεκτη η μετακύλιση του κόστους ενέργειας κάποιων, εις βάρος κάποιων άλλων στο όνομα της στοχευόμενης τάχα ανάπτυξης. Όποιος επιθυμεί συγκεκριμένο είδος ανάπτυξης, ας το χρηματοδοτήσει από την τσέπη του, ή ας καλέσει την αγορά να αποφασίσει αν θέλει να επενδύσει.

Κάνοντας μια αναγωγή στα θεμελιώδη της Αυστριακής οικονομικής θεωρίας, βλέπουμε ξεκάθαρα πως η ΔΕΗ δεν προχωρά σε επενδύσεις, οι οποίες θα είχαν εδώ και χρόνια μειώσει το κόστος της ενέργειας στα νησιά. Αυτό συμβαίνει, διότι ως κρατικό μονοπώλιο, δεν ενδιαφέρεται για τις επιπτώσεις που θα προέκυπταν υπό άλλες συνθήκες σε ανταγωνιστικό περιβάλλον για την επιχείρηση. Το κόστος που προκύπτει από την ανικανότητα της ΔΕΗ να εκσυγχρονίσει τα δίκτυα στα νησιά, πληρώνεται από τους καταναλωτές. Πρόκειται για στρέβλωση της οικονομίας, για παραμόρφωση των τιμών και του κόστους (πολλές επιχειρήσεις στα νησιά, λειτουργούν με τεχνητά κόστη) με αποτέλεσμα το φαινόμενο «ντόμινο» της μεταφοράς λάθος πληροφοριών για την διαμόρφωση τιμών.

Η απώλεια των προνομίων (φτηνό ρεύμα για συγκεκριμένες παραγωγικές ομάδες με τα λεφτά των άλλων, δωρεάν ρεύμα στους εργαζόμενους με τα λεφτά των άλλων, συντάξεις 2000 ευρώ, μισθοί διπλάσιοι της πραγματικής οικονομίας κλπ) μασκαρεύεται σε αγώνα ενάντια στο «ξεπούλημα του εθνικού πλούτου». Με ανάλογα πομπώδη συνθήματα και σπαραξικάρδια εθνο – λαϊκά  κελεύσματα αντιδρούσαν οι συνδικαλιστές και οι διαπλεγμένοι προμηθευτές της Ολυμπιακής Αεροπορίας, του ΟΛΠ και του ΟΤΕ. Μας ενημέρωναν για τον όλεθρο που θα έβρισκε τη χώρα, χωρίς αεροπορικές συνδέσεις με τα νησιά, χωρίς τηλεπικοινωνίες στα βουνά, με την εθνική ασφάλεια χωρίς δίκτυο πληροφοριών έρμαιο στον οχτρό, χωρίς λιμάνια και βαπόρια, με τους ουρανούς να βρέχουν βατράχια και τα πελάγη να πλημμυρίζουν με αίμα.  Τελικά, το μόνο που συνέβη, είναι να έχουμε φτηνή αεροπορική μεταφορά, φτηνό τηλέφωνο, ίντερνετ και κινητή τηλεφωνία, καθώς και ανάδειξη σταδιακά του ΟΛΠ σε διεθνές διαμετακομιστικό λιμάνι. Οι κραυγές των πρώην καρτέλ κατοχής των μεταφορών και των επικοινωνιών, ελάχιστα αφορούν την οικονομία σήμερα. Είναι απλά γραφικά φαντάσματα μιας εποχής την οποία η χώρα πασχίζει να ξεχάσει.

Συμπέρασμα

«Πρωτιά καταγράφει η Ελλάδα σε όλη την Ευρώπη όσον αφορά στην αύξηση του κόστους ηλεκτρικής ενέργειας, που εκτινάχθηκε πάνω από 60% στην εξαετία της κρίσης 2008-2013. Αυξήσεις στο ρεύμα, φόροι και έμμεσες χρεώσεις, είχαν ως αποτέλεσμα το κόστος ηλεκτρικής ενέργειας να αυξηθεί με μέσο ετήσιο ρυθμό 10% περισσότερο από όσο σε κάθε άλλη χώρα στην ΕΕ. Οι γερμανοί καταναλωτές έχουν να επιλέξουν ανάμεσα σε 376 εταιρείες, οι Φινλανδοί σε 204, οι Δανοί σε 124, οι Πολωνοί σε 77, οι Ιταλοί σε 30 κ.ο.κ.   Σε κάθε περίπτωση, στην αγορά ηλεκτρισμού όπου ο ανταγωνισμός μοιάζει να λειτουργεί καλύτερα είναι σε Δανία, Φινλανδία, Γερμανία, Βρετανία, Ιταλία και Νορβηγία.» (τα ΝΕΑ 10/2014)

Εκεί  όπου η αγορά  ενέργειας της ΕΕ έχει ανοίξει στην πράξη και όχι στη θεωρία, τα οφέλη είναι ορατά. Η ΔΕΗ πρέπει να απελευθερωθεί από τα κρατικά-συνδικαλιστικά καρτέλ ώστε να αξιολογηθεί από την αγορά, όπως συνέβη  με τον ΟΤΕ και την Ολυμπιακή. Το κράτος ωστόσο θα πρέπει, ως ελάχιστη υποχρέωση στην κοινωνία, να εγγυηθεί την αδιάβλητη αξιολόγηση, μέσω δημόσιας διαβούλευσης την οποία πρέπει να αναμεταδίδουν  τα ΜΜΕ, έντυπα και ηλεκτρονικά.  Θα πρέπει επίσης να εξηγήσει στους Έλληνες ο κύριος Βενιζέλος, τον λόγο για τον οποίο παραχώρησε μερίδιο μονοπωλιακής «δημόσιας» επιχείρησης  παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας στους εργαζόμενους, ως «αντιπαροχή»  για το ασφαλιστικό τους, το οποίο μέχρι σήμερα μας έχει κοστίσει  δισεκατομμύρια ευρώ. Αυτό είναι φυσικά κρυφό κόστος της ΔΕΗ, πληρωμένο από τους φόρους των Ελλήνων. Ας γίνει σαφές προς το κράτος, τους κομισάριους-συνδικαλιστές και κάθε διαπλεγμένο με αυτές τις συμμορίες επιχειρηματία-τραπεζίτη, πως η χώρα δεν είναι ιδιοκτησία τους. Η χώρα είναι ιδιοκτησία όλων των Ελλήνων.

* O κ. Ευθύμης Μαραμής έχει διατελέσει επιχειρηματίας μεταποίησης μετάλλου, τουριστικών υπηρεσιών, ενώ σήμερα ασχολείται με επενδύσεις. Είναι ανεξάρτητος αναλυτής της Αυστριακής σχολής οικονομικών και κοινωνικής οργάνωσης.

Πηγή: Capital