Γράφει ο Κώστας Χριστίδης

Δημοσιεύθηκε στην Εστία στις 9 Ιανουαρίου 2015

first-choice

Ιδού ένα απόσπασμα από την διακήρυξη του «Σύριζα» για τις Ευρωεκλογές του Μαΐου 2014:

«Η αποπληρωμή του χρέους θα γίνει με αναπτυξιακή και κοινωνική ρήτρα, αφού πρώτα εξασφαλιστεί για μία ικανή περίοδο η διακοπή πληρωμής τόκων και χρεολυσίων. Σε αυτή την κατεύθυνση, διεκδικούμε ευρωπαϊκή διάσκεψη στα πρότυπα της συμφωνίας του Λονδίνου το 1953 για το χρέος της Γερμανίας. Η διαδικασία αναδιαπραγμάτευσης θα ξεκινήσει άμεσα και θα απαιτηθεί η ακύρωση των επαχθών όρων των συμβάσεων. Για την επίτευξη των στόχων θα αξιοποιηθούν, στην περίπτωση εκβιασμού, όλα τα όπλα: η διακοπή πληρωμών, η καταγγελία για πρόκληση ζημιάς στην χώρα μας με στόχο την διάσωση του ευρώ και των ιδιωτικών τραπεζών, η προσφυγή για την ακύρωση των συλλογικών δικαιωμάτων κατά παράβαση του κοινοτικού κεκτημένου, αλλά και για την λεηλασία της δημόσιας περιουσίας και την πρόκληση ανθρωπιστικής κρίσης. Επιπροσθέτως, θα ενεργοποιήσουμε άμεσα την διαδικασία διεκδίκησης του κατοχικού δανείου και των γερμανικών επανορθώσεων».

Αυτός είναι ο οδικός χάρτης του «Σύριζα» για την διαπραγμάτευση και την «μείωση του μεγαλύτερου μέρους του χρέους». Θα συναινέσουν άραγε οι εταίροι στην διακοπή πληρωμής τόκων και χρεολυσίων και στην ακύρωση των «επαχθών» όρων των συμβάσεων; Εάν δεν εντυπωσιασθούν από τα διαπραγματευτικά όπλα του «Σύριζα» και επιμείνουν στην απαρέγκλιτη εφαρμογή των συμφωνημένων αλλά και στην προώθηση συμπληρωματικών ρυθμίσεων για θέματα όπως: συνδικαλισμός, ασφαλιστικό σύστημα, περαιτέρω απελευθέρωση κλειστών επαγγελμάτων κ.α., που θα οδηγηθούν τα πράγματα;

Εάν οι διαπραγματεύσεις δεν ευοδωθούν, ο «Σύριζα» ως φαίνεται θα αντιμετωπίσει το χρηματοδοτικό κενό με έκδοση εντόκων γραμματίων, τα οποία θα μπορούν να αγοράσουν επενδυτές ξένοι ή Έλληνες, «οικειοθελώς» κατά τούς φωστήρες του «Σύριζα». Αυτό είναι, άλλωστε, το υπονοούμενο «Plan B» της σημερινής αξιωματικής αντιπολίτευσης. Ερωτάται: πόσο πιθανόν είναι ότι οι επενδυτές, και δη Έλληνες, θα αγοράσουν σε οικειοθελή βάση έντοκα γραμμάτια ενός κράτους που θα έχει οδηγηθεί σε διαπραγματευτικό αδιέξοδο με τούς δανειστές του; Η προσπάθεια κάθε υπεύθυνου πολιτικού ή πολίτη να αναλογισθεί ενδεχόμενες δυσάρεστες εξελίξεις – πού είναι πιθανές λόγω ακριβώς επίσημων διακηρύξεων και δηλώσεων προβεβλημένων στελεχών του «Σύριζα» – και να επιδιώξει την ματαίωσή τους συνιστά κινδυνολογία ή επιβεβλημένη αντιμετώπιση λίαν υπαρκτού κινδύνου πρώτου μεγέθους; Η περίπτωση φέρνει στον νου την ακόλουθη απάντηση ψυχιάτρου προς τον ασθενή του: «Μην ανησυχείτε, αγαπητέ μου, το σύμπλεγμα κατωτερότητας που νομίζετε ότι έχετε, δεν είναι παρά απλή κατωτερότητα!».

Παραπονείται, όμως, ο κ. Τσίπρας γιατί ο Πρωθυπουργός δεν προσέρχεται σε έναν απ’ ευθείας τηλεοπτικό διάλογο με αυτόν. Ανεξαρτήτως της θεσμικής πτυχής του θέματος, αρκεί να παραθέσουμε την ανακοίνωση του Γραφείου Τύπου του «Σύριζα» σχετικά με τις καταγγελίες Χαϊκάλη, που εκδόθηκε λίγο πριν από την 2η ψηφοφορία για την εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας (22.12.14):

«Οι καταγγελίες του κ. Χαϊκάλη όχι μόνο είναι σοβαρές αλλά τεκμηριώνουν την γενικευμένη αίσθηση παρεμβάσεων, πιέσεων και μεθοδεύσεων προς τους βουλευτές για την εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας. Αναμένουμε η Δικαιοσύνη να πράξει άμεσα το καθήκον της. Το μαχαίρι πρέπει να φθάσει στο κόκκαλο. Να αναζητηθούν ευθύνες από τους υπαίτιους, όσο ψηλά και αν βρίσκονται. Η χώρα και το πολιτικό σύστημα πρέπει να βγουν από τον βούρκο».

Όταν, λοιπόν, με επίσημη ανακοίνωση της αξιωματικής αντιπολίτευσης κατηγορείται εμμέσως πλην σαφώς ο Πρωθυπουργός για μεθοδεύσεις που κρατούν την χώρα και το πολιτικό σύστημα «στον βούρκο», πρέπει να διαθέτει κανείς συνδυασμό θρασύτητας και υποκρισίας για να υποβάλει αίτημα διαλόγου ενώπιος ενωπίω και να διαμαρτύρεται για την απόρριψή του.

Η άστοχη και ψευδεπίγραφη διάκριση σε «μνημονιακούς» καί «αντιμνημονιακούς», που θυμίζει παλαιότερες διαιρέσεις ανάμεσα σε «προδότες» και «πατριώτες», επέτρεψε την δημιουργία ενός ετερόκλητου συνασπισμού ακραίων ως επί το πολύ στοιχείων, μεταξύ των οποίων κομμουνιστές, μαρξιστογενείς, νεοναζιστές, υπερ-εθνικιστές κ.α. Η συνάθροιση των βουλευτικών ψήφων όλων αυτών κατέστησε δυνατή την πρόωρη πτώση της κυβέρνησης με την συμπλήρωση των πέντε από τα οκτώ εξάμηνα της κανονικής θητείας της, σε ένα χρονικό σημείο ιδιαίτερα κρίσιμο για το μέλλον της χώρας. Η ανωτέρω ψευδεπίγραφη διάκριση θα έπρεπε να αντικατασταθεί με μία πραγματική διαχωριστική γραμμή πού διακρίνει μεταξύ δύο κόσμων, δύο αντιλήψεων και δύο γραμμών δράσης: από την μία πλευρά υφίστανται οι δυνάμεις της παραγωγής και της δημιουργίας, από την άλλη οι δυνάμεις της βίαιης ή της έννομης αρπαγής. Η πρώτη πλευρά βασίζεται σε μία φιλοσοφία συνεργασίας, με θεμέλια την ελευθερία των εκούσιων οικονομικών συναλλαγών, την ανεκτικότητα και το κράτος δικαίου. Η άλλη πλευρά βασίζεται σε μία φιλοσοφία διένεξης μεταξύ κρατών, τάξεων, κομμάτων ή άλλων συλλογικών οντοτήτων και αποδέχεται την χρήση βίας, είτε έννομης (οπότε η αρπαγή πλούτου πού παρήχθη από άλλους βαφτίζεται «αναδιανομή»), είτε απροκάλυπτα παράνομης (με καταλήψεις, βανδαλισμούς, τρομοκρατικές ενέργειες κ.λπ.).

Η Ελλάδα εξασθενημένη μετά από μία πρωτοφανή σε ένταση και διάρκεια οικονομική κρίση, δεν έχει την πολυτέλεια να προβεί σε μία όχι απλώς ριψοκίνδυνη αλλά καταφανώς εσφαλμένη πολιτική επιλογή.

 

kchristidis@hotmail.com