Γράφει ο Κώστας Χριστίδης*

Δημοσιεύθηκε στο European Business Review στις 22 Ιανουαρίου 2015

tsipras

Η Ελλάδα πληρώνει ακόμη τις συνέπειες λαϊκίστικων πολιτικών και πρακτικών που άρχισε να εφαρμόζει ο πρωθιερέας του λαϊκισμού Ανδρέας Παπανδρέου, ο οποίος αποτελεί το ανομολόγητο πρότυπο του σημερινού αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης και επίδοξου πρωθυπουργού κ. Αλέξη Τσίπρα.

 

Λαϊκιστές ηγέτες είναι αυτοί που κολακεύουν τις όποιες αδυναμίες του λαού και υιοθετούν θέσεις ευχάριστες αλλά μη πραγματοποιήσιμες ή επιβλαβείς, αποβλέποντας στην εξασφάλιση της εύνοιάς του.

Η Ελλάδα πληρώνει ακόμη τις συνέπειες λαϊκίστικων πολιτικών και πρακτικών που προ τριάντα και πλέον ετών άρχισε να εφαρμόζει ο πρωθιερέας του λαϊκισμού Ανδρέας Παπανδρέου, ο οποίος αποτελεί το ανομολόγητο πρότυπο του σημερινού αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης και επίδοξου πρωθυπουργού κ. Αλέξη Τσίπρα.

Υπάρχουν, βέβαια, σημαντικές διαφορές μεταξύ του τότε (δηλ. της δεκαετίας του 1980) και του τώρα: κατ’ αρχάς, τότε λεφτά πράγματι υπήρχαν.

Το δημόσιο χρέος ήταν κάτω από το 30% του ΑΕΠ (!) και πακτωλός χρημάτων εισέρρεε στην χώρα από τα κοινοτικά ταμεία.

Η δεύτερη διαφορά είναι ότι σήμερα, έχοντας «ξαναδεί το έργο», γνωρίζουμε – ή θα έπρεπε να γνωρίζουμε – πού οδηγούν οι λαϊκίστικες κορώνες, η άκρατη υποσχεσιολογία και οι αλόγιστες παροχές.

Η πολιτική βαβέλ που λέγεται ΣΥΡΙΖΑ έχει διατυπώσει με διάφορους τρόπους  (αποφάσεις συνεδρίων του, ολοκληρωθέντων ή «διαρκών», δηλώσεις του αρχηγού και υψηλόβαθμων στελεχών του, άρθρα και συνεντεύξεις) μία πανσπερμία ανησυχητικών και αντιφατικών απόψεων, όπως: «ακύρωση των μνημονίων και των εφαρμοστικών τους νόμων», «αδιάκοπη κοινωνικοποίηση του κράτους, της οικονομίας και των μέσων παραγωγής», «άμεση εθνικοποίηση – κοινωνικοποίηση του τραπεζικού συστήματος», «πέρασμα σε εθνικό έλεγχο των πλέον στρατηγικών τομέων της οικονομίας» αλλά και, προς την αντίθετη κατεύθυνση, «θα αποφύγουμε τις μονομερείς ενέργειες», «η θέση της Ελλάδας είναι στην Ευρωζώνη» κ.α., έτσι ώστε καθένας να μπορεί, προεκλογικά, να διαλέξει και να πάρει ό,τι προτιμά, ενώ το τι θα συμβεί μετεκλογικά, θα κριθεί ανάλογα με το «που θα κάτσει η μπίλια της ρουλέτας».

Όπως συνέβαινε κατά την δεκαετία του ’80, «φεύγουν οι βάσεις που μένουν και μένουν οι βάσεις που φεύγουν!», έτσι και τώρα, «σκίζονται τα μνημόνια παραμένουν και παραμένουν τα μνημόνια που σκίζονται!»

Ορισμένες εξελίξεις, πάντως, μετά από τυχόν εκλογική επικράτηση του ΣΥΡΙΖΑ είναι προφανείς: τέρμα στις ιδιωτικοποιήσεις, νέο κύμα κρατισμού, αδυναμία προσέλκυσης ιδιωτικών επενδύσεων και δημιουργίας νέων παραγωγικών θέσεων εργασίας, επαύξηση φορολογικών βαρών, ενίσχυση της συνδικαλιστικής αυθαιρεσίας, ματαίωση αναγκαίων μεταρρυθμίσεων σε πολλούς τομείς.

Επιπλέον, σε περίπτωση συνεπούς εφαρμογής του προγράμματος του ΣΥΡΙΖΑ, αναβίωση του φάσματος της χρεοκοπίας και της επιστροφής στην δραχμή.

Πριν από λίγες εβδομάδες ο κ. Τσίπρας δήλωνε ότι και αν ακόμη το κόμμα του αποκτούσε κοινοβουλευτική αυτοδυναμία, θα συνεργαζόταν με άλλες πολιτικές δυνάμεις, στο πλαίσιο ευρύτερων συναινέσεων.

Προσφάτως απηύθυνε πρόταση συνεργασίας προς το ΚΚΕ και το κόμμα ΑΝΤΑΡΣΥΑ, αποκλείοντας ονομαστικά, το ΠΑΣΟΚ, το Ποτάμι και το νεοφυές κόμμα του Γιώργου Παπανδρέου.

Ανεξαρτήτως του ότι η πρόταση στερείται οποιασδήποτε προοπτικής, εφόσον το ΚΚΕ και η ΑΝΤΑΡΣΥΑ αρνούνται κάθε συνεργασία με τον ΣΥΡΙΖΑ, που δηλώνει παραμονή στην Ευρωπαϊκή Ένωση, είναι ωστόσο χαρακτηριστικό ότι ο ΣΥΡΙΖΑ αισθάνεται πολιτική συγγένεια και όσμωση μόνο με τα δύο αυτά, αμιγώς κομμουνιστικά και αντι-ευρωπαϊκά κόμματα.

Δεν αποκρύπτουν, άλλωστε, στον ΣΥΡΙΖΑ ότι εντός αυτού υπάρχει ισχυρά μειοψηφία που υποστηρίζει τις απόψεις αυτές, πειθαρχεί όμως «δημοκρατικά» – έως πότε; – στην κομματική πλειοψηφία…

Επομένως, ας μην ανησυχούν και ας μην κινδυνολογούν οι πολιτικοί αντίπαλοι του ΣΥΡΙΖΑ!

Λίγες λέξεις αρκούν για τα άλλα κόμματα που διεκδικούν παρουσία στην προσεχή Βουλή.

Οι Ανεξάρτητοι Έλληνες και το Κίνημα Δημοκρατών Σοσιαλιστών λειτουργούν περισσότερο ως οχήματα των προσωπικών φιλοδοξιών των αρχηγών τους, οι οποίοι άλλωστε, αποδεδειγμένα, ουδόλως υστερούν σε λαϊκισμό.

Η Χρυσή Αυγή είναι «το ατύχημα που θα υπάρξει» – δυστυχώς – και στην επόμενη Βουλή. Η ΔΗΜΑΡ κατόρθωσε να αυτο-εξαερωθεί.

Το εναπομείναν ΠΑΣΟΚ, μετά την μετακόμιση του βαθέος (και πολυπληθέστερου) τμήματός του στον ΣΥΡΙΖΑ, έχει επιδείξει αρκετή υπευθυνότητα και διαθέτει χρήσιμη εμπειρία, δεν προβάλλει, ωστόσο, πειστικό λόγο γιατί θα έπρεπε να προτιμηθεί έναντι της Νέας Δημοκρατίας ή του Ποταμιού.

Το τελευταίο περιλαμβάνει πολλά αξιόλογα στελέχη, διατυπώνει έναν μετριοπαθή πολιτικό λόγο, η σημασία του οποίου, όμως, δεν μπορεί παρά να είναι υποβαθμισμένη μέσα στις συνθήκες ακραίας πόλωσης που δημιουργεί το μέγα διακύβευμα των εκλογών, η φιλο-ευρωπαϊκή πορεία και η οικονομική επιβίωση της χώρας.

Η πολιτική ανέλιξη πολλών επικίνδυνων λαϊκιστών υποδηλώνει και ένα άλλο, δυσάρεστο γεγονός: την αδυναμία, πνευματική οκνηρία ή ανεπάρκεια εκείνων που θα έπρεπε εγκαίρως να υπερασπισθούν επιτυχώς τις αρχές μίας ελεύθερης, ανοικτής κοινωνίας.

Η Ελλάδα ως χώρα επί δεκαετίες δέχεται λανθασμένα υποδείγματα από την πολιτική και από τις λοιπές ηγεσίες (ακαδημαϊκή, επιχειρηματική, συνδικαλιστική, ΜΜΕ), με αποτέλεσμα να λειτουργεί προβληματικά σε πάρα πολλές εκφάνσεις.

Ήδη, όμως, τα περιθώρια στενεύουν. Ψευδαισθήσεις που καλλιεργούν οι λαϊκιστές ότι κάποιοι άλλοι – ποιοί; – είναι υποχρεωμένοι να μας διασώσουν, άλλως «αποθανέτω η ψυχή μας μετά των αλλοφύλων’’, μπορεί συντομότατα να αποδειχθούν καταστρεπτικές.

Είναι πλέον η ώρα της ευθύνης του εκλογικού σώματος να μην επιβραβεύσει τους λαϊκιστές αλλά να προτιμήσει, τόσο σε επίπεδο κομμάτων όσο και υποψηφίων βουλευτών, τους συγκριτικά ικανότερους.

 

*e-mail: kchristidis@hotmail.com

 

Πηγή: European Business Review