Γράφει ο Αθανάσιος Χ. Παπανδρόπουλος

Δημοσιεύθηκε στο European Business Review στις 2 Μαρτίου 2015

PraqueΦωτογραφία: Τσέχοι βγαίνουν στους δρόμους για να τιμήσουν την 25η επέτειο από το τέλος του κομμουνισμού με πορείες, συλλαλητήρια, συναυλίες, εκθέσεις και θεατρικές παραστάσεις.

 

Ο Γιούρα έγραφε ότι η Ελλάδα, περισσότερο από οικονομικά προβλήματα πάσχει από «αριστερολαγνεία», πίσω από την οποία κρύβεται ένας αδίστακτος καιροσκοπισμός, τροφοδότης ενός κυνικού φαυλοκρατικού συστήματος.

 

Γνωριζόμαστε τριανταπέντε χρόνια. Από τότε που η Τσεχοσλοβακία τελούσε υπό κομμουνιστικό καθεστώς και ο Γιούρα, αν και δημοσιογράφος, εργαζόταν ως κηπουρός γιατί το καθεστώς τον θεωρούσε επικίνδυνο. Πολύ διαβασμένος, με αισθήματα σεβασμού και φιλίας για την Ελλάδα, μετά την πτώση του κομμουνισμού ανέλαβε κύριος αρθρογράφος στην μεγαλύτερη και καλύτερη εφημερίδα της Σλοβακίας –την αυστηρή Λίντοβι Νόβινυ.

Από το 1992 έως σήμερα επισκέφθηκε πέντε φορές την χώρα μας και τα σχετικά άρθρα του ποτέ δεν πέρασαν απαρατήρητα. Τουναντίον, το τελευταίο άρθρο του στην Λίντοβι Νόβινυ το 2009 θα λέγαμε ότι είχε προφητικό χαρακτήρα για τα μέλλοντα να συμβούν στην χώρα μας και η ανάλυση του συναδέλφου πήγαινε πολύ πιο βαθειά από αριθμούς και ποσοστιαίες μονάδες.

Ο Γιούρα έγραφε ότι η Ελλάδα, περισσότερο από οικονομικά προβλήματα πάσχει από «αριστερολαγνεία», πίσω από την οποία κρύβεται ένας αδίστακτος καιροσκοπισμός, τροφοδότης ενός κυνικού φαυλοκρατικού συστήματος.

Μετά το άρθρο του αυτό, συνάντησα τον Γιούρα το 2010 στο Μόναχο και, στην συζήτηση που είχαμε τότε, θέσαμε στον έμπειρο συνάδελφο το ερώτημα γιατί η Σλοβακία, την εποχή εκείνη, είχε αρνηθεί να εγκρίνει για την Ελλάδα βοήθεια 250 εκατ. ευρώ, στο πλαίσιο του γνωστού σχεδίου στήριξης της χώρας μας με το ποσόν των 110 δισεκατ. ευρώ στο οποίο συμμετείχαν όλες οι χώρε της ευρωζώνης.

Η απάντηση του Γιούρα τότε έλεγε πολλά για το πώς, την κρίσιμη εκείνη περίοδο, έβλεπαν την χώρα αρκετοί παρατηρητές εκτός αυτής. Παρατηρητές που διαμορφώνουν βεβαίως και το ανάλογο κλίμα στην κοινή γνώμη, όταν πρέπει να αναφερθούν στα τεκταινόμενα στην χώρα μας. Ιδού λοιπόν τι μας είχε πει ο Σλοβάκος συνάδελφος, γνωστός στην χώρα του για τους υπέρ της δημοκρατίας αγώνες του:

Αρθρογράφησα επικριτικά για την απόφαση της σλοβακικής κυβερνήσεως να θέσει θέμα μη παροχής οικονομικής βοήθειας προς την Ελλάδα.

Μια τέτοια στάση είναι αντίθετη με το πνεύμα της ευρωπαϊκής ολοκληρώσεως, για την οποίαν είμαστε αρκετοί Σλοβάκοι δημοσιογράφοι που δώσαμε μάχες τα τελευταία χρόνια.

Ιδιαίτερα δε όταν η χώρα, μετά την κομμουνιστική καταιγίδα, κινδύνευε να κυλήσει προς έναν αντιδημοκρατικό εθνικισμό που θα την οδηγούσε στο ευρωπαϊκό περιθώριο. Τούτων λεχθέντων, όμως, την απόφαση της κυβερνήσεώς μας την καταλαβαίνω.

Είναι δε πολύ πιο σύνθετη από τις υπεραπλουστευμένες ερμηνείες που εγράφησαν και ακούστηκαν.

Η Ελλάδα, τόσο στην Σλοβακία όσο και στη Τσεχία, δεν έχει ιδιαίτερα καλή φήμη και αυτό δεν είναι καινούργιο. Δεν είναι λίγοι οι Τσέχοι και οι Σλοβάκοι που δεν ξεχνούν ότι, για μία μακρά περίοδο την δεκαετία τού ’80, η Ελλάδα ήταν η πλέον σοβιετόφιλη χώρα της Ευρώπης και ουδέποτε ενδιαφέρθηκε για τις δημοκρατικές μας ελευθερίες και τα δικαιώματά μας.

Σάς υπενθυμίζω ότι η χώρα σας ουδέποτε στήριξε την Χάρτα 77, την οποία μάλιστα κάποιοι πολιτικοί σας χαρακτήρισαν και ως «προβοκάτσια» κατά του σοβιετικού καθεστώτος.

Έτσι, την ώρα που ο τσεχοσλοβακικός λαός βρισκόταν υπό τον κομμουνισμό και την βιαιότητά του, η Ελλάδα δανειζόταν, το διασκέδαζε, προσκυνούσε την ΕΣΣΔ και αδιαφορούσε πλήρως αν στην Μπρατισλάβα, στην Πράγα και αλλού υπήρχαν δημοσιογράφοι που εδιώκοντο και καταδικάζονταν σε εξευτελιστικά για την ιδιότητα και το επίπεδό τους έργα. Όπως εγώ, για παράδειγμα, που ήμουν κηπουρός μαζί με τον Ντούμπτσεκ (σ.σ. πρωταγωνιστής της Άνοιξης της Πράγας).

Επίσης, σχολιάστηκε πικρόχολα η αποχή και η αρνητική ψήφος όλων των Ελλήνων ευρωβουλευτών στην ψηφοφορία στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για την καταδίκη των εγκλημάτων του κομμουνισμού εις βάρος των  λαών μας.

Ήταν η συμπεριφορά αυτή πράξη αλληλεγγύης απέναντι σε λαούς που 45 χρόνια υπέστησαν τα πάνδεινα από τα κομμουνιστικά καθεστώτα και κάθε φορά που διαμαρτύρονταν κατέφθαναν τα σοβιετικά τανκς;

Υπό αυτό λοιπόν το ψυχολογικό κλίμα και όταν ο μέσος μισθός ενός Σλοβάκου είναι περί τα 450 ευρώ μηνιαίως, με ποια λογική θα τού ζητήσει κανείς να στηρίξει την Ελλάδα για να μην πτωχεύσει; Όταν εμείς με κόπους και θυσίες απελευθερώσαμε τις οικονομίες από τις κομμουνιστικές αγκυλώσεις μέσα σε είκοσι χρόνια, με ποια καλή διάθεση καλούμεθα να στηρίξουμε την πιο κρατικοποιημένη οικονομία της Ευρώπης;

Και κάτι τελευταίο. Υπήρξε ποτέ ελληνικό συνδικάτο, τα «μαύρα χρόνια», που να στήριζε τους δικούς μας αγώνες, που ήσαν πραγματικοί, γιατί παίζαμε κορώνα-γράμματα την ζωή μας και όχι συντεχνιακά προνόμια; Η απάντηση είναι όχι…».

Περίπου στο σημείο αυτό έκλεινε τότε και η συζήτηση με τον Γιούρα. Έναν συνάδελφο καταξιωμένο, που είναι σήμερα συνταξιούχος με 486 ευρώ μηνιαίως και που αποστρέφεται τους «πωλητές προόδου, τρόμου και βλακείας».

Τελικώς, η χώρα του δέχθηκε να στηρίξει την Ελλάδα με 700 εκατ. ευρώ και οργισμένος ο Γιούρα, που τιμήθηκε από την Γαλλική Δημοκρατία με το Μετάλλιο της Τιμής, πριν λίγες ημέρες τηλεφώνησε για να μάθει αν θα πρέπει ακόμα να δανείζει τους Έλληνες συνταξιούχους με σύνταξη 700 ευρώ τον μήνα για να έχουν και 13η σύνταξη! Αυτό θα πει κοινωνική δικαιοσύνη στα ελληνικά, τού απάντησα.

 

Πηγή: European Business Review