Γράφει ο Γ.-Σ. Πρεβελάκης

Δημοσιεύθηκε στην Εστία στις 28 Απριλίου 2015

Ancient Greek

Σε επιλεγμένα γαλλικά σχολεία όπου φοιτούν κυρίως μαθητές ευπόρων και μορφωμένων οικογενειών διδάσκονται, ως μαθήματα επιλογής, οι λεγόμενες « νεκρές γλώσσες », δηλαδή τα Λατινικά και τα Αρχαία Ελληνικά. Αυτή η εκπαιδευτική ιδιαιτερότητα προσφέρει ένα πνευματικό πλεονέκτημα, χάρη στο οποίο ενισχύονται οι πιθανότητες επιτυχίας στον διαγωνισμό για τις Grandes Ecoles· τα Ιδρύματα Ανωτάτης Παιδείας όπου προετοιμάζεται η γαλλική élite. Οι “νεκρές γλώσσες” εξασφαλίζουν, εμμέσως πλην σαφώς, την διατήρηση και βελτίωση του οικογενειακού οικονομικού και κοινωνικού status.

Η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση την οποία εισηγείται η Υπουργός Παιδείας Najat Vallaud-Belkacem αποσκοπεί κατ’αρχήν στην καταπολέμηση των εκπαιδευτικών ανισοτήτων. Σε αυτό το πνεύμα, περιορίζεται δραστικά η διδασκαλία των αρχαίων γλωσσών, ώστε να αποτραπεί η αναπαραγωγή των ανισοτήτων αυτών. Η Υπουργός δεν επιδιώκει να επεκτείνει την σπουδή των αρχαίων στους λιγότερο προνομιούχους μαθητές, αλλά ουσιαστικά την καταργεί: εξισώνει διά της ισοπέδωσης προς τα κάτω.

Το ζήτημα αυτό θα όφειλε να απασχολήσει την Ελλάδα, καθώς σχετίζεται άμεσα με τον Φιλελληνισμό, δηλαδή την σημαντικότερη πηγή διεθνούς προστασίας της χώρας μας – προστασία την οποία έχουμε ιδιαίτερη ανάγκη σήμερα και, ίσως, ακόμη περισσότερο αύριο. Ανεξαρτήτως ιδεολογιών και εκπαιδευτικών πεποιθήσεων, ουδείς αμφισβητεί την αποφασιστική συμβολή του φιλελληνικού κινήματος στην δημιουργία του ελληνικού κράτους και την επίδραση την οποία άσκησε και ασκεί στην δυτική κοινή γνώμη.

Ο Φιλελληνισμός έχει ως αφετηρία την κλασική παιδεία η οποία στηρίζεται στις « νεκρές γλώσσες ». Καθώς επανειλημμένως επεσήμανε η Jacqueline de Romilly, οι γλώσσες αυτές, εκτός από την ιστορική τους σημασία, αποτελούν ένα σύστημα σκέψης και κρίσης, διά του οποίου προσεγγίζεται και ερμηνεύεται παραγωγικά και το παρόν. Ο Φιλελληνισμός εκπορεύεται, επομένως, από την βαθειά γνώση και κατανόηση του ελληνικού πολιτισμικού πνεύματος και των λατινογενών αποτόκων του, μέσα από το εργαλείο μιας εκλεπτυσμένης επικοινωνίας.

Το ελληνικό κράτος, τα ελληνικά μορφωτικά ιδρύματα και ο Ελληνισμός της Διασποράς θα όφειλαν να συμμαχήσουν μέσα στις δυτικές κοινωνίες με όσους και όποιους αγωνίζονται να αποτρέψουν την διάβρωση των κλασικών σπουδών. Στην Γαλλία, πλείστες όσες προσωπικότητες της πολιτικής, της οικονομίας και της δημόσιας διοίκησης γνωρίζουν εξ ιδίας πείρας τα αγαθά της κλασικής παιδείας και την σημασία της. Όμως, η παρά φύσιν συμμαχία της εκπαιδευτικής αμερικανοποίησης με αριστερής εμπνεύσεως εξισωτικά ιδεολογήματα κατορθώνει σταδιακά να υπερκεράσει τις αμυντικές προσπάθειες. Τα δύο φαινομενικά αντιφατικά ρεύματα συγκλίνουν, καθώς συναντώνται στον αντι-ελιτισμό και στον οικονομισμό. Η Ελλάδα έχει προ πολλού υποπέσει στην ίδια παγίδα, περιθωριοποιώντας στο εκπαιδευτικό της σύστημα την κλασική παιδεία, τα Αρχαία και τα Λατινικά.

Στα καθ’ημάς αναλώθηκε πολύτιμο διπλωματικό κεφάλαιο για πολιτισμικούς στόχους οι οποίοι καθορίστηκαν περισσότερο από λογικές εσωτερικής πολιτικής, παρά από ορθολογική γεωπολιτική ανάλυση. Η χώρα θα είχε πολύ περισσότερη επιβολή και συσσωρευτικά οφέλη αν είχε προστατεύσει την γλωσσική κληρονομία της, αν δηλαδή είχε συμβάλει στην επιβίωση της διδασκαλίας των Αρχαίων, εντός και εκτός συνόρων· αν τα ποσά, οι διπλωματικές και πολιτικές πιέσεις και οι κινητοποιήσεις της Διασποράς για τα Ελγίνεια ή το Μακεδονικό είχαν στραφεί προς την άμυνα και την καλλιέργεια της κλασικής παιδείας στην Ευρώπη και στην Αμερική. Με τέτοια εξωτερική πολιτισμική πολιτική η Ελλάδα θα είχε αναδειχθεί σε καθοριστικό παράγοντα στην διαμόρφωση των εκπαιδευτικών κατευθύνσεων στη Δύση· σήμερα θα διέθετε ένα πολλαπλό διπλωματικό κεφάλαιο.

Παράλληλα προς τις « νεκρές γλώσσες », η γαλλική εκπαιδευτική μεταρρύθμιση απειλεί και την γερμανική, η διδασκαλία της οποίας θεωρείται επίσης « ελιτίστικη ». Η Γερμανία αντέδρασε έντονα, παρά το ότι το γερμανικό κράτος ασφαλώς δεν οφείλεται στην γερμανομάθεια των Γάλλων. Κρίνεται, όμως, ότι η μείωση των ωρών διδασκαλίας της γερμανικής γλώσσας θα θίξει μακροπρόθεσμα την κατανόηση ανάμεσα στους δύο λαούς και, κατά συνέπειαν, τον γαλλο-γερμανικό άξονα.

Στην Ελλάδα η απειλή για τα Αρχαία Ελληνικά πέρασε απαρατήρητη, αόρατη εν μέσω οικονομικών προβλημάτων. Όμως, όπως σήμερα πληρώνονται λάθη και παραλείψεις του παρελθόντος, έτσι και οι τρέχουσες «αμαρτίες» θα βαρύνουν τις επόμενες γενεές.