Γράφει ο Αθανάσιος Χ. Παπανδρόπουλος

Δημοσιεύθηκε στην Εστία στις 25 Μαΐου 2015

fotopoulos-tsipras

 

Την περασμένη Δευτέρα 18 Μαΐου είχα την ευκαιρία να παραστώ στο επίσημο μέρος της Γενικής Συνέλευσης του Συνδέσμου Επιχειρήσεων και Βιομηχανιών (ΣΕΒ). Μετά την λήξη των διαφόρων ομιλιών παρακολούθησα την δουλικότητα με την οποία κάποιοι κρατικοδίαιτοι επιχειρηματίες πλησίασαν τον πρωθυπουργό κ. Αλέξη Τσίπρα και τον συνεχάρησαν, όπως είπε ένας εξ αυτών, για την «κορυφαία και εμπνευσμένη ομιλία» του.

Το σκηνικό αυτό έφερε στην μνήμη μου, αφ’ ενός, την περίφημη θεωρία του Πρόδρομου Μποδοσάκη για τις σχέσεις επιχειρηματιών με το δοβλέτι και, αφ’ ετέρου, την παρουσίαση ενός βιβλίου του καθηγητή κ. Γρηγόρη Θ. Παπανίκου από τον καθηγητή κ. Θάνο Σκούρα πέρυσι τον Μάϊο στο Αθηναϊκό Ινστιτούτο Εκπαίδευσης και Έρευνας.

Με τίτλο «Η οικονομική κρίση της Ελλάδας: μια ταξική ανάλυση υπέρ των μνημονίων», το βιβλίο αυτό είναι σήμερα εξαιρετικά επίκαιρο. Και είναι επίκαιρο διότι η σημερινή ελληνική κυβέρνηση που ασκεί την εξουσία είναι η πιο ταξική που θα μπορούσε ποτέ να υπάρξει. Τέσσερεις μήνες τώρα, ο κ. Αλέξης Τσίπρας και οι κυβερνητικοί εταίροι του μας λένε ότι διαπραγματεύονται «σκληρά» με τους θεσμούς, αλλά ο απλός πολίτης μάλλον δεν γνωρίζει τίποτε περί του πραγματικού αντικειμένου αυτής της διαπραγμάτευσης. Γι’ αυτό, σκόπιμο είναι να βάλουμε κάποια πράγματα στην θέση τους.

Πριν απ΄ όλα, θα πρέπει να τονίσουμε με έμφαση ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν ήλθε στην εξουσία για να αποτελέσει παρένθεση. Χρησιμοποίησε όλα τα μέσα που «άγιαζε» ο σκοπός για να καταλάβει την εξουσία και να παραμείνει σε αυτήν – ενδεχομένως δε για πολύ καιρό. Έτσι, στην τετράμηνη θητεία της, η κυβέρνηση στην ουσία διαπραγματεύεται «κέρδος χρόνου» για να μπορέσει να τοποθετήσει συγγενείς, φίλους, ημετέρους και άλλους τίνες στις διάφορες αρθρώσεις της εξουσίας, υπό συνθήκες αδιαφάνειας. Εξ ου και η κατάργηση του θεσμού της Διαφάνειας, πράξη για την οποία ελάχιστος λόγος έγινε.

Στην συνέχεια, και με δεδομένη την δραματική κατάσταση της ελληνικής οικονομίας, η κυβέρνηση δεν ενδιαφέρεται για την ανάπτυξη της αλλά για την ενίσχυση του κρατισμού – που είναι και ο βασικός οικονομικός μοχλός της πολιτικής της εξουσίας. Στο επίπεδο αυτό, λοιπόν, η κυβέρνηση, γράφοντας στα παλαιότερα των υποδημάτων της υποχρεώσεις, δεσμεύσεις και προσανατολισμό της χώρας, είναι έτοιμη να συμπράξει με Κινέζους, Ρώσους και άλλους προκειμένου να πάρει δάνεια 15-20 δισεκατομμύρια ευρώ, εκχωρώντας δημόσια περιουσία.

Το πρόβλημα της, όμως, είναι ότι δεν την πολυεμπιστεύονται οι διάφοροι συνομιλητές της – οι οποίοι, βεβαίως, έχουν γεωπολιτικές θεωρήσεις και στοχεύσεις πολύ πιο επεξεργασμένες από τις κοντόθωρες και υπεραπλουστευτικές βλέψεις μιας συγκυβέρνησης χρεοκοπημένης χώρας-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Υπό αυτές τις συνθήκες, όσο «γην και ύδωρ» κι αν δώσει η παρούσα κυβέρνηση σε χώρες που ανταγωνίζονται την Ευρωπαϊκή Ένωση και την Δύση γενικότερα, είναι πολύ δύσκολο να τις πιέσει να έλθουν σε ρήξη με την πρώτη εμπορική δύναμη στον κόσμο.

Συνεπώς, ο πρωθυπουργός και οι περί αυτόν σύμβουλοι του παίζουν κυριολεκτικά με την φωτιά – που έχει την ιδιότητα να καίει όσους δεν προσέχουν.

Και ενώ όλα αυτά επισυμβαίνουν στο παρασκήνιο, η ιδιωτική οικονομία καταρρέει. Οι άνεργοι του ιδιωτικού τομέα αυξάνονται, οι επιχειρήσεις που ακόμα λειτουργούν πληρώνουν το προσωπικό τους με κατά μέσον όρο 4 μήνες καθυστέρηση, οι εισαγωγείς πρέπει να προπληρώνουν τα προϊόντα που εισάγουν, η αβεβαιότητα έχει ρίξει το τουριστικό ρεύμα πάνω από 20%, οι κρατικοδίαιτοι φορείς και επιχειρήσεις έχουν απλήρωτους προμηθευτές πάνω από 15 μήνες, κοινοτικά προγράμματα έχουν παγώσει λόγω ελλείψεως ρευστότητας και ο ταξικός χαρακτήρας της ελληνικής κοινωνίας εντείνεται.

Τα παρασιτικά κοινωνικά στρώματα που τρέφονται από το κράτος και που έφεραν τους κ. κ. Τσίπρα και Καμμένο στην εξουσία, αποχωρώντας από τα δύο μεγάλα παραδοσιακά κόμματα, είναι αυτά που στην διάρκεια της κρίσης υπέστησαν τις λιγότερες ζημιές. Αντίθετα, στην περίοδο της κρίσης οι οικονομικές απολαβές των στρωμάτων αυτών – που κατά τους Γρηγόρη Παπανίκο και Θάνο Σκούρα αντιπροσωπεύουν το 40% των εργαζομένων στην Ελλάδα – αποστερούν σημαντικούς οικονομικούς πόρους από τα μη κρατικοδίαιτα, και άρα λιγότερο προνομιούχα, κοινωνικά στρώματα και ως εκ τούτου τα οδηγούν στην εξαθλίωση.

Υπό αυτές τις συνθήκες, η περίφημη διαπραγμάτευση της σημερινής κυβέρνησης έχει σκληρό ταξικό χαρακτήρα. Ο Πρωθυπουργός δεν διαπραγματεύεται την σωτηρία και την ανάπτυξη της χώρας μέσω του υγιούς ιδιωτικού τομέα, αλλά την ενίσχυση του κρατισμού, που θα του εξασφαλίσει παραμονή στην εξουσία. Διαπραγματεύεται, δηλαδή, την διαιώνιση μίας κατάστασης που είναι η αιτία της κρίσης και που τα μνημόνια στόχο είχαν και έχουν την άρση της.

Συνεπώς, το πρόβλημα του κ. Τσίπρα δεν είναι οι διάφορες δήθεν προοδευτικές συνιστώσες του κόμματος του, αλλά οι κρατικοδίαιτες δυνάμεις που τον έφεραν στην εξουσία και οι οποίες, για να παραμείνουν σε αυτήν, θα πρέπει να κάνουν μνημονιακές παραχωρήσεις.

Το ερώτημα, έτσι, που τίθεται, είναι αυτό του βαθμού παραχωρήσεων που θέλει να κάνει η παρασιτική Ελλάδα της οπισθοδρομήσεως, απέναντι στην άλλη, πραγματικά προοδευτική Ελλάδα που σήμερα πνίγεται.

 

apapandropoulos@hotmail.com