Γράφει ο Αθανάσιος Χ. Παπανδρόπουλος

Δημοσιεύθηκε στο European Business Review στις 2 Ιουνίου 2015

tsipras

Φωτογραφία Kleine Zeitung του Petar Pismestrovic, 27.5.2015

 

Εκτός και αν συμβεί κάποιο απίθανο κοινωνικο-πολιτικό θαύμα, ακόμα και με νέα συμφωνία με τους εταίρους και δανειστές μας η χώρα έχει επιλέξει την σταδιακή περιθωριοποίησή της στην Ευρώπη.

 

Το τριήμερο του Αγίου Πνεύματος ήταν μία θαυμάσια ευκαιρία να ανατρέξω σε ξεχασμένα αρχεία ηλικίας τριάντα και πλέον ετών –την εποχή, δηλαδή, που έγραφα στον Οικονομικό Ταχυδρόμο. Επίσης, την Πέμπτη 28 Μαΐου πήρα μέρος ως ένας εκ των ομιλητών στην παρουσίαση του βιβλίου του παιδικού μου φίλου Κώστα Βγενόπουλου, ο οποίος στο υπό τον τίτλο «Οικονομικοί Αντίλογοι» πόνημά του περιγράφει την πορεία και την κατάσταση της ελληνικής οικονομίας την περίοδο 1973-1976.

Διαβάζοντας λοιπόν τα σχετικά κείμενα και προβάλλοντάς τα στην σημερινή κατάσταση, συνειδητοποίησα σε ποιον βαθμό η ελληνική κοινωνία είναι ακίνητη –αν όχι απελπιστικά μαρμαρωμένη. Τόσο στις δομές της, όσο και στις γενικότερες λειτουργίες της, παρά την ένταξή της στην ΕΟΚ το 1981 και την είσοδό της στην ευρωζώνη το 2002, επί της ουσίας στον γενικό σχεδιασμό της τίποτα απολύτως δεν έχει αλλάξει. Αντιθέτως, από τα υπάρχοντα στοιχεία διαφαίνεται ότι, στην προσπάθειά της να παραμείνει ακίνητη και αγκυλωμένη, η οικονομία δανειζόταν με φρενήρη ρυθμό για να μπορεί να καταναλώνει ακόπως.

Σήμερα, λοιπόν, υπό το βάρος ενός δανεισμού που είναι πρωτοφανής στην παγκόσμια οικονομική ιστορία για μία χώρα 11 εκατομμυρίων ανθρώπων, όλα δείχνουν ότι η ελληνική κοινωνία έχει επιλέξει την αυτοκαταστροφή της. Θα διασωθούν δε από την επερχόμενη καταστροφή όλοι αυτοί οι Νεοέλληνες που πρόλαβαν να δραπετεύσουν από την ακίνητη χώρα, ή που ετοιμάζονται να ρίξουν μαύρη πέτρα πίσω τους, τους μήνες που έρχονται.

Αυτή την κατάσταση, τόσον η Ευρωπαϊκή Επιτροπή όσο και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο την έχουν πλέον συνειδητοποιήσει και θεωρούν βέβαιο το γεγονός ότι στην Ελλάδα μεταρρυθμίσεις δεν γίνονται. Το πολιτικό σύστημα είναι εντελώς ανίκανο να αναλάβει μεταρρυθμιστικές πρωτοβουλίες και το μεγαλύτερο τμήμα του ελληνικού λαού ζει μεταξύ άγνοιας της πραγματικότητας και παραλογισμού. Δεν είναι λίγοι στις Βρυξέλλες αυτοί που επισημαίνουν ότι, από το 2010 έως σήμερα, τρεις κυβερνήσεις που διαχειρίστηκαν τις επιπτώσεις τόσο της διεθνούς κρίσης όσο και τις αντίστοιχες της ελληνικής, όταν βρέθηκαν αντιμέτωπες με τον κρατισμό, τις συντεχνίες και το πελατειακό κράτος, σήκωσαν τα χέρια ψηλά και παραδόθηκαν.

Υπό αυτό το πρίσμα, στις Βρυξέλλες και αλλού φοβούνται ότι ίδια και χειρότερη θα είναι η επόμενη μέρα της συμφωνίας με την παρούσα κυβέρνηση Τσίπρα. Ακόμη και αν αφήσει κανείς στην άκρη τις ειδικές δυσκολίες που εμφανίζουν οι μεταρρυθμίσεις, η αυστηρή τήρηση δημοσιονομικής ισορροπίας δεν είναι καθόλου διασφαλισμένη. Το επιτελείο Τσίπρα περιέγραφε πριν τις εκλογές την εκπόνηση ενός νέου μεσοπρόθεσμου προγράμματος που θα αποτύπωνε την εφαρμογή του κανόνα των μη ελλειμματικών προϋπολογισμών. Στις πολύμηνες συζητήσεις, το οικονομικό επιτελείο δεν παρουσίασε κάτι παρόμοιο. Το Μαξίμου έχει πιστέψει την ρητορική Βαρουφάκη περί «μικρότερου πρωτογενούς πλεονάσματος» ως από τον ορισμό του σχετικού στόχου να μετριέται η ένταση της δημοσιονομικής λιτότητας. Όταν λοιπόν ζητεί «χαμηλά πρωτογενή πλεονάσματα τα πρώτα χρόνια», σημαίνει πως ταυτοχρόνως ζητεί νέο δανειακό πρόγραμμα, το οποίο μάλιστα θα στηριχτεί στην αναδιοργάνωση του χρέους. Ειδάλλως, η εξυπηρέτηση του χρέους –αποκλειστικός σκοπός της οποίας είναι τα πλεονάσματα, μέσω των οποίων πληρώνονται οι τόκοι– δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί.

Συνεπώς, όπως πολύ σωστά επισημαίνει και ο συνάδελφος Μπάμπης Παπαδημητρίου, η επόμενη μέρα του προγράμματος απαιτεί την συστηματική περικοπή κρατικών δαπανών, την οποία βδελύσσονται τα στελέχη της κυβέρνησης αφού δήθεν καταπατεί τις «κόκκινες γραμμές» τους. Κατ’ αντανάκλαση και επιπροσθέτως, απαιτείται αύξηση των φορολογικών εσόδων πέραν των όσων έχουμε υπολογίσει.

Όπως σήμερα δεν βγαίνουν οι αριθμοί για να καταλήξουμε σε συμφωνία, ακόμη περισσότερο δεν θα μπορούν, αύριο, τα κυβερνητικά στελέχη να πιάνουν τους στόχους για τους οποίους ετοιμάζεται να δεσμευτεί η κυβέρνηση. Με άλλα λόγια, στον πρώτον έλεγχο, το πολύ εντός εξαμήνου, η κυβέρνηση θα βρεθεί με έναν προϋπολογισμό που δεν κλείνει και μία ουρά μεταρρυθμίσεων που κανείς δεν θα θέλει να ψηφίσει.

Τί θα κάνει λοιπόν στην περίπτωση αυτή ο πρωθυπουργός κ. Αλέξης Τσίπρας; Θα εγκαταλείψει το ιδεοληπτικό και εξωπραγματικό πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης, σχηματίζοντας νέο οικονομικό επιτελείο και καλώντας ιδιώτες επενδυτές να αναλάβουν την παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας; Ή θα παραμείνει συνεπής με την προεκλογική ρητορική του, ενός μουσειακού και εγκληματικού ταυτοχρόνως μαρξισμού-λενινισμού;

Στην πρώτη περίπτωση υπάρχει ελπίδα η Ελλάδα να έχει συνέλθει για καλά έως το 2025 και να διεκδικεί μία καλή θέση ανάμεσα στις αναπτυγμένες χώρες. Στην δεύτερη περίπτωση, την ίδια χρονιά θα είναι ένα τόπος γερόντων και δημοσίων υπαλλήλων, θα τελεί υπό αυταρχικό καθεστώς, το οποίο θα επιβιώνει από σκουπίδια με τα οποία θα το ταΐζουν Κινέζοι, Ρώσοι και διεθνείς έμποροι «προοδευτικών» όπλων. Όσο για τον πληθυσμό της χώρας, δεν θα ξεπερνά τα 6 με 7 εκατομμύρια κατοίκους. Θα έχει όμως αριστερή κυβέρνηση.

 

Πηγή: European Business Review