Γράφει ο Αθανάσιος Χ. Παπανδρόπουλος

Δημοσιεύθηκε στο European Business Review στις 3 Σεπτεμβρίου 2015

china

Μήπως αποδειχτούν προφητικά αυτά που έγραφε το 2009 ο Γάλλος οικονομολόγος Ντανιέλ Κοέν στο βιβλίο του «Η ευημερία του κακού»;

 

Ενώ το 2009 η παγκόσμια χρηματοοικονομική κρίση έμπαινε στην δεύτερη χρονιά της, κυκλοφορούσε στην Γαλλία το βιβλίο «Η ευημερία του κακού», στο οποίο ο συγγραφέας του, καθηγητής Ντανιέλ Κοέν, και μέλος του Γαλλικού Σοσιαλιστικού Κόμματος, έθετε έναν σοβαρό προβληματισμό.

Αυτόν του κατά πόσον η εντυπωσιακή ανάπτυξη της Ασίας, και ιδιαίτερα των δύο μεγάλων χωρών της που είναι η Κίνα και η Ινδία, θα μπορούσε να προκαλέσει ανάλογες πολιτικές συγκρούσεις, όπως για παράδειγμα αυτές που γνώρισε η Ευρώπη την περίοδο της εντυπωσιακής βιομηχανικής της ανάπτυξης.

Μεταφρασμένο από τον καθηγητή και πρώην υπουργό κ. Τάσο Γιαννίτση, το βιβλίο κυκλοφόρησε στην Ελλάδα το 2010 (εκδ. Πόλις) και από τότε έχει επανεκδοθεί άλλες έξι φορές.

Σήμερα, με αφορμή την υπό εξέλιξη κινεζική κρίση, μπορούμε να πούμε ότι οι σκέψεις και εκτιμήσεις του Ντανιέλ Κοέν ίσως αποδειχθούν σε κάποιον βαθμό και προφητικές. Σίγουρα, όμως, φέρνουν στο προσκήνιο μία σειρά από σενάρια που κανείς δεν μπορεί να αγνοήσει –ιδιαίτερα σε μία εποχή όπου οι εξελίξεις και οι αλλαγές που αυτές επιφέρουν τρέχουν πολύ γρηγορότερα από την αντιληπτική ικανότητα του μέσου ανθρώπου. Όταν δε οι εξελίξεις αυτές δαιμονοποιούνται και μεταφέρονται με απίστευτη ταχύτητα από τους εμπόρους φόβου και τους πωλητές «σωτηρίας», τότε όντως η κατάσταση προσλαμβάνει επικίνδυνες διαστάσεις.

Η ισλαμική πανώλη και η διάδοσή της, ο άκρατος λαϊκισμός, ο εθνικισμός των γελωτοποιών του πνεύματος, οι αδικίες που προκαλούνται από την εντυπωσιακή επιτάχυνση της ιστορίας και των οικονομικών της πτυχών, είναι κάποια από τα φαινόμενα που ήδη συνθέτουν μερικές από τις σοβαρές απειλές του 21ου αιώνα.

Απειλές, εξάλλου, οι οποίες ως προς την υφή τους παρουσιάζουν αρκετές ομοιότητες με αντίστοιχες στην Ευρώπη όταν η γηραιά ήπειρος άφηνε πίσω της την γεωργική εποχή για να γνωρίσει μία πρωτοφανή βιομηχανική επανάσταση, με την ανάπτυξη που αυτή συνεπαγόταν.

Όπως μας διδάσκει η Ιστορία, η εκβιομηχάνιση δεν ανατρέπει απλώς την ισορροπία δυνάμεων. Κατά τον μεγάλο Γιόζεφ Σουμπέτερ, ανατρέπει ριζικά την εσωτερική λειτουργία των κοινωνιών με βάση μία διαδικασία την οποία ο διάσημος Αυστριακός οικονομολόγος αποκαλούσε «δημιουργική καταστροφή».

Έτσι, στις βιομηχανικές κοινωνίες ανατρέπονται εκ των ένδον οι οικονομικές δομές, καταστρέφονται τα γερασμένα στοιχεία τους και δημιουργούνται συνεχώς νέα –γεγονός που τις κάνει εξαιρετικά εύθραυστες. Κατά συνέπεια, στις βιομηχανικές κοινωνίες η δημιουργία και η καταστροφή συνδυάζονται, η ευημερία και η ύφεση εναλλάσσονται, οι κρίσεις πλήττουν αλλά και ανανεώνουν. Όχι, ωστόσο, χωρίς θανάσιμους κινδύνους.

«Αν η ευημερία βρίσκεται πίσω από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο», γράφει ο Ντανιέλ Κοέν, «η διάλυση της γερμανικής κοινωνίας, υπό την επίδραση της μεγάλης κρίσης της δεκαετίας του 1930 εξηγεί τον Δεύτερο … Μέσα από τις καταστροφές του πολέμου αυτού, ωστόσο, αναδύθηκε ένας κόσμος πρόθυμος για συνεργασία».

Και το ερώτημά μας είναι: Μήπως, μετά την χρηματοοικονομική κρίση του 2007 στις ΗΠΑ, η σημερινή κατάσταση της κινεζικής οικονομίας αποτελεί μία νέα ωρολογιακή βόμβα; Δύσκολη η απάντηση και παρακινδυνευμένη η οποιαδήποτε καταστροφολογική προσέγγιση, όταν ξέρουμε ότι κάθε νόμισμα έχει δύο όψεις.

Στην προσπάθειά του να διερευνήσει το θέμα και να το προσεγγίσει όσο πιο ψυχρά γίνεται, ο Ντανιέλ Κοέν ξεκινά με μία φράση του κορυφαίου Γάλλου στοχαστή και ιστορικού Φερνάν Μπρωντέλ, ο οποίος, στο έργο του «Γραμματική των Πολιτισμών», είχε μεταξύ άλλων αναφέρει ότι «στην Κίνα ο άνθρωπος έχει πολύ μικρή αξία». Και πώς να μην συμβαίνει αυτό σε μία χώρα με 1,3 δισεκατομμύρια κατοίκους, η οποία ποτέ δεν γνώρισε την δημοκρατία.

Στην ουσία, γράφει ο συγγραφέας της «Ευημερίας του Κακού», αυτό που μας τρομάζει σήμερα στην (επαν)εμφάνιση της Κίνας στην διεθνή σκηνή είναι η ύπαρξη στην χώρα αυτή ενός δισεκατομμυρίου τριακοσίων εκατομμυρίων ανθρώπων πρόθυμων να εργαστούν για σχεδόν τίποτε και που συγκροτούν έναν τεράστιο στρατό βιομηχανικής εφεδρείας, την πιθανότητα του οποίου ο Μαρξ δεν θα είχε ποτέ συλλάβει. Πηγαίνοντας ακόμα πιο πέρα, ο Ντανιέλ Κοέν αναφέρει ότι η ταχύτητα με την οποία η χώρα πέρασε από την κατάσταση μιας οικονομίας αποκομμένης από τον υπόλοιπο κόσμο σε μία εμπορική δύναμη που είναι η δεύτερη στον κόσμο, μόνον έκπληξη προκαλεί.

«Τα εμπορικά πλεονάσματα επιτρέπουν στην χώρα να συσσωρεύει τεράστια συναλλαγματικά αποθέματα, που την τοποθετούν πολύ μπροστά από τις άλλες βιομηχανικές χώρες, στο ίδιο επίπεδο με τις μεγάλες χώρες εξαγωγής πετρελαίου. Η Κίνα κατέχει, σε ρευστό, το ισοδύναμο του γαλλικού ΑΕΠ! Τα αποθέματα αυτά τής παρέχουν τα μέσα μιας νέας δύναμης. Χρηματοδοτεί την Αφρική, καταβάλλει την εισφορά της στους μεγάλους διεθνείς οργανισμούς, όπου προσδοκά να πάρει την θέση που τής αρμόζει… Εύκολα θα αφηνόταν κανείς να εντυπωσιαστεί από την ταχύτητα με την οποία η Κίνα θα μπορούσε να γίνει η πλουσιότερη χώρα του κόσμου», γράφει.

Είναι όμως εφικτό κάτι τέτοιο; Μήπως πίσω από τον καθρέπτη του κινεζικού κρατικού καπιταλισμού η εικόνα είναι πολύ λιγότερο ειδυλλιακή; Αν κανείς παρατηρήσει και αναλύσει τις σημερινές κινεζικές δομές σε όλα τα επίπεδα, θα κυριευθεί από έντονο σκεπτικισμό. Ιδιαίτερα δε αν έχει τις ίδιες εμπειρίες όπως ο γράφων. Μιμούμενος τον Ντανιέλ Κοέν θα έλεγα και εγώ ότι «η Κίνα με ανησυχεί» –και τα γεγονότα επιβεβαιώνουν τις ανησυχίες αυτές.

Μετά τον θάνατο του Μάο και την οικονομική ανατροπή που πραγματοποίησε ο Τενγκ Σιάο Πινγκ, σίγουρα η Κίνα βρήκε έναν πρωτόγνωρο οικονομικό δυναμισμό, που κινητοποιεί και πολλές ζωτικές δυνάμεις της.

«Ένα από τα στοιχεία δυναμισμού που ξαναβρήκε η χώρα είναι ταυτόχρονα μία από τις αδυναμίες της: ο ανταγωνισμός μεταξύ των επαρχιών της. Ο David Landes εξηγούσε ειρωνικά ότι, αν η Κίνα είχε παραμείνει στην φάση των επτά βασιλείων, που προηγήθηκε της αυτοκρατορίας των Χαν (τον 3ο αιώνα π.Χ.), θα είχε αναμφίβολα πετύχει πολύ περισσότερα απ’ ο,τι υπό το αυτοκρατορικό καθεστώς, καθώς θα είχε δεχτεί τα ίδια ερεθίσματα με τις ευρωπαϊκές χώρες. Σήμερα τα επτά βασίλεια επιστρέφουν με νέα αμφίεση. Οι κινεζικές επαρχίες απολαμβάνουν, στην ουσία, μία καινούργια αυτονομία. Διοικούνται από μία τάξη πολιτικών που ο σινολόγος Jean-Luc Domenach στο βιβλίο του La Chine m’ inquiete (Η Κίνα με ανησυχεί) την χαρακτηρίζει ωμά μία νέα πλουτοκρατία, το βασικό κίνητρο της οποίας είναι ο προσωπικός πλουτισμός.

«Σε αντίθεση, πάντως, με τα διεφθαρμένη κράτη, όπου η άρχουσα τάξη καταστρέφει την οικονομική δυναμική, τούτη η διαφθορά αποτελεί αυτή την εποχή παράγοντα μεγέθυνσης. Οι επαρχιακές διοικήσεις ανταγωνίζονται για το ποια θα προσελκύσει περισσότερες ξένες επενδύσεις, αξιοποιώντας κυρίως το συγκριτικό τους πλεονέκτημα σε θέματα υποδομών και προωθώντας με αυτόν τον τρόπο την συνολική επενδυτική δραστηριότητα. Ο ανταγωνισμός μεταξύ των διαφόρων κινεζικών επαρχιών παίζει έναν ρόλο που θυμίζει εκείνον των ευρωπαϊκών κρατών-εθνών τον 16ο αιώνα», γράφει ο Ντανιέλ Κοέν.

Με αφετηρία τον ανταγωνισμό αυτόν δημιουργήθηκε στην Κίνα ένα τερατώδες παρατραπεζικό χρηματοδοτικό κύκλωμα, που οδήγησε με την σειρά του στην σημερινή εκρηκτική τραπεζική φούσκα.

«Παράλληλα, η περίπλοκη ισορροπία που διαμορφώνεται μεταξύ κεντρικής εξουσίας και περιφερειακών κέντρων αποτελεί μία από τις μείζονες αβεβαιότητες της σημερινής δυναμικής. Διεξάγεται ένα παίγνιο, πότε λεπτό πότε ωμό, ανάμεσα στα δύο κέντρα εξουσίας. Το πολιτικό κέντρο που είναι εγκατεστημένο στο Πεκίνο επιδιώκει να έχει τον έλεγχο, κάτι που μερικές φορές παίρνει την μορφή επίπληξης για τις παρεκτροπές της τοπικής εξουσίας, καθώς η μάχη εναντίον της διαφθοράς αποτελεί προσφιλές θέμα παρέμβασης της κεντρικής εξουσίας. 

Αυτή η υπενθύμιση του δικαίου ανοίγει ένα δύσβατο μονοπάτι στο οποίο στρατεύονται οι υποστηρικτές του, όσοι ενίοτε αποκαλούνται οι ξυπόλητοι δικηγόροι, και οι οποίοι εισάγουν αργά την ιδέα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην κινεζική κοινωνία, συχνά με κίνδυνο να χάσουν την δική τους ελευθερία. Η κεντρική εξουσία όμως χρησιμοποιεί επίσης έναν πολύ επικίνδυνο μοχλό, που συνίσταται στην κολακεία των εθνικιστικών τάσεων της χώρας», τονίζει ο Ντ. Κοέν.

Οι κινεζικές αρχές χειρίζονται κυρίως τα αντι-ιαπωνικά αισθήματα του πληθυσμού, πλην όμως το κάνουν σε περιπτώσεις που τούς χρειάζεται ένας αποδιοπομπαίος τράγος για μία ενδεχόμενη αποτυχία. «Σήμερα στην Κίνα, όπως χθες στην Ευρώπη, ο εθνικισμός είναι ένα όπλο που επιτρέπει την συγκόλληση κοινωνιών υπό μετάβαση. Δεν μπορεί να αντισταθεί κανείς στην σύγκριση με την Γερμανία πριν από τους δύο πολέμους, που ήταν διχασμένη μεταξύ της πρωσικής εξουσίας, την οποία ενσαρκώνει εδώ το Κομμουνιστικό Κόμμα, και της ανερχόμενης αστικής τάξης, την οποία αντιπροσωπεύουν στην Κίνα οι επιχειρηματικοί κύκλοι και η πλουτοκρατία», γράφει ο Ντανιέλ Κοέν.

Υπό αυτές τις συνθήκες, αν η κινεζική φούσκα αφεθεί να σκάσει με πάταγο, κανείς δεν γνωρίζει τι ήθελε προκύψει. Όλα αυτά,  όμως, είναι λεπτομέρειες στην καθ’ ημάς «μνημονιακή πραγματικότητα».

 

 

Πηγή: European Business Review