Aποσπάσμα από το κεφάλαιο «Οι τύποι του καπιταλισμού» του βιβλίου «Η εποχή των αναταράξεων» του Άλαν Γκρίνσπαν εκδόσεις Ωκεανίδα

economic_freedom

Δεν υπάρχει τρόπος να μετρηθεί επακριβώς η επίδραση των πολιτισμικών ηθών στην οικονομική δραστηριότητα. Όμως μια κοινή εργασία του Heritage Foundation και της Wall Street Journal  συνδύασε στατιστικές από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, τη μονάδα ερευνών του Economist Intelligence Unit και την Παγκόσμια Τράπεζα για να υπολογίσει το «δείκτη οικονομικής ελευθερίας» για 161 χώρες [1]. Ο δείκτης, μεταξύ άλλων, συνδυάζει την κατ’ εκτίμηση ισχύ και επιβολή των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας, την ευκολία έναρξης και λειτουργίας μιας επιχείρησης, τη σταθερότητα του νομίσματος, τις εργασιακές πρακτικές, την ευκολία των επενδύσεων και του διεθνούς εμπορίου, την απαλλαγή από τη διαφθορά, και το ποσοστό του εθνικού προϊόντος που ανακατευθύνεται στις δημόσιες ανάγκες. Είναι βεβαίως πολύ υποκειμενικό το να δίνει κανείς αριθμητικές τιμές σε τέτοιου είδους ποιοτικά στοιχεία. Όμως, απ’ ό,τι μπορώ να κρίνω, τα συμπεράσματα στα οποία οδήγησαν τα στοιχεία φαίνεται να συμφωνούν με τις δικές μου περιστασιακές παρατηρήσεις.

Ο δείκτης για το 2007 κατατάσσει τις ΗΠΑ στην πιο «ελεύθερη» από τις μεγάλες οικονομίες, και είναι ειρωνεία της τύχης που το Χόνγκ Κόνγκ, τώρα μέρος της μη δημοκρατικής Κίνας, βρίσκεται και αυτό στην κορυφή της λίστας. Ίσως να μην είναι τυχαίο το ότι οι επτά κορυφαίες οικονομίες (Χόνγκ Κόνγκ, Σιγκαπούρη, Αυστραλία, ΗΠΑ, Ηνωμένο Βασίλειο, Νέα Ζηλανδία και Ιρλανδία) έχουν όλες ρίζες στη Βρετανία, πατρίδα του Άνταμ Σμιθ και του βρετανικού διαφωτισμού. Όμως η «βρετανικότητα» δεν αποτελεί σίγουρο στοιχείο διάκρισης. Η Ζιμπάμπουε, πρώην βρετανική αποικία (με το όνομα Νότια Ροδεσία), ήταν σχεδόν τελευταία στην κατάταξη.

Όσο μεγαλύτερη είναι η οικονομική ελευθερία, τόσο μεγαλύτερο το εύρος του επιχειρηματικού ρίσκου και της ανταμοιβής του, του κέρδους, άρα τόσο μεγαλύτερη και η τάση να ρισκάρει κανείς. Οι κοινωνίες που περιλαμβάνουν στους κόλπους τους άτομα διατεθειμένα να ρισκάρουν σχηματίζουν κυβερνήσεις που οι κανόνες τους προωθούν το οικονομικά παραγωγικό ρίσκο: δικαιώματα ιδιοκτησίας, ανοιχτό εμπόριο και ανοιχτές ευκαιρίες. Έχουν νόμους που προσφέρουν πολύ λίγα ρυθμιστικά οφέλη, τα οποία να μπορούν να πουλήσουν οι κυβερνητικοί αξιωματούχοι ή να τα ανταλλάξουν για μετρητά ή για πολιτικές χάρες. Ο δείκτης μετράει το βαθμό συνειδητής προσπάθειας ενός έθνους να περιορίσει τις ανταγωνιστικές αγορές και η κατάταξη δεν αποτελεί κατ’ ανάγκην μέτρο οικονομικής «επιτυχίας», καθώς το κάθε έθνος επιλέγει από μόνο του μέσω της νομοθεσίας του το βαθμό οικονομικής ελευθερίας που θέλει [2]. Π.χ., η Γερμανία βρίσκεται στη 19η θέση (ακριβώς μετά την Ιαπωνία), επειδή έχει επιλέξει να διατηρήσει ένα εκτεταμένο σύστημα κοινωνικών παροχών, το οποίο απορροφά μεγάλο μέρος του οικονομικού προϊόντος. Επίσης, η γερμανική αγορά εργασίας είναι πολύ περιοριστική. Η απόλυση ενός εργαζομένου κοστίζει. Ταυτόχρονα, η Γερμανία κατατάσσεται ανάμεσα στις πρώτες χώρες από άποψη προστασίας δικαιωμάτων ιδιοκτησίας και γενικότερα έννομης τάξης. Η γερμανική ελευθερία να ιδρύεις και να κλείνεις επιχειρήσεις είναι από τις υψηλότερες στον κόσμο. Η Γαλλία, η οποία κατατάσσεται 45η, έχει εν πολλοίς το ίδιο προφίλ «οικονομικής ελευθερίας» με τη Γερμανία, όπως και η Ιταλία (στην 60η θέση).

Το αποφασιστικό τεστ για τη χρησιμότητα μιας τέτοιας βαθμολογίας είναι το κατά πόσο συνδυάζεται με την οικονομική επίδοση. Και όντως συνδυάζεται. Ο συντελεστής συσχετισμού 157 χωρών μεταξύ του «βαθμού οικονομικής ελευθερίας» και των κατά κεφαλήν εισοδημάτων τους είναι 0,65, εντυπωσιακό ποσοστό για μια συλλογή τόσο ετερόκλητων στοιχείων [3].

[1] Για τον «δείκτη οικονομικής ελευθερίας» ακολουθήστε τον σύνδεσμο: http://www.heritage.org/index/

[2] Σε κάποιες περιπτώσεις όμως, πολιτικά εμπόδια έχουν παρακωλύσει κυβερνήσεις να δημιουργήσουν ή να καταργήσουν θεσμούς, μόνο και μόνο για να ανταποκριθούν στις πολιτιστικές επιλογές των ψηφοφόρων τους.

[3] Στον υπολογισμό του δείκτη και τα δέκα στοιχεία έχουν το ίδιο βάρος. Αν επιτρέπαμε στα βάρη να μεταβάλλονται κατά χρόνο, τότε ο βαθμός συσχετισμού θα αύξανε.