από Γεώργιο Συκιανάκη

δημοσιεύθηκε στην Εστία στις 13 Ιουλίου 2013

 

Η αδυναμία της Τρόϊκας να υπολογίσει σωστά την επίπτωση της μείωσης των κρατικών δαπανών στη συρρίκνωση του ΑΕΠ οφείλεται κατά πάσαν πιθανότητα στη μη πλήρη γνώση των δομών, των ειδικών χαρακτηριστικών και τον τρόπο λειτουργίας της ελληνικής οικονομίας. Ίσως νόμιζαν ότι έχουν να κάμουν με μια δυτικού τύπου ελεύθερη οικονομία της αγοράς με ισχυρές παραγωγικές διαρθρώσεις και όχι με μια μετασοβιετικού ή μεταοθωμανικού κρατικίστικη οικονομία, πιασμένη στα πλοκάμια του κρατικού τέρατος που έχουν απλωθεί παντού. Με κρατικοδίαιτες επιχειρήσεις, διαπλεκόμενους επιχειρηματίες, κρατικά προνόμια, ευνοϊκές ρυθμίσεις υπέρ των ολίγων και, το χειρότερο, με αρπακτικές δημοσιοϋπαλληλικές συντεχνίες, δυνάστες της ιδιωτικής οικονομίας και του μεγάλου μέρους της κοινωνίας.

Ένα κράτος που αντί να ενθαρρύνει και να διευκολύνει τη λειτουργία της ιδιωτικής οικονομίας, που μόνο αυτή θα μπορούσε να παράγει πλούτο ανταγωνιστικά, της βάζει εμπόδια, την καθηλώνει, την εξουθενώνει και τελικά την καταστρέφει. Χιλιάδες επιχειρήσεις, μικρές και μεγάλες έχουν μεταναστεύσει ή έχουν κλείσει (με πρόσφατο παράδειγμα την εταιρεία «Κατσέλης») μη αντέχοντας τις κρατικές επιβαρύνσεις, τα εμπόδια από τη γραφειοκρατία, την υπερφορολόγηση, το μη ανταγωνιστικό κόστος εργασίας, και κατά συνέπεια το υψηλό συνολικό κόστος, που το ίδιο το κράτος τους προκαλεί.

Οι Τροϊκανοί γνωρίζουν ότι στις αναπτυγμένες χώρες της Ε.Ε. ο πολλαπλασιαστής των κρατικών δαπανών ισούται περίπου με τη μονάδα, που σημαίνει ότι μια μείωση της δημόσιας δαπάνης κατά μία μονάδα οδηγεί στη μείωση του ΑΕΠ κατά μία μονάδα επίσης. Με έκπληξη διαπίστωσαν ότι αυτό δεν ισχύει στην ελληνική οικονομία στην οποία η μείωση της δημόσιας δαπάνης κατά μία μονάδα προκάλεσε μείωση του ΑΕΠ σχεδόν κατά τρείς μονάδες. Εκ του λόγου αυτού και η βαθειά ύφεση. Πως θα μπορούσε άλλωστε να είναι διαφορετικά όταν τα πάντα στην ελληνική οικονομία εξαρτώνται, άμεσα ή έμμεσα, από τα ποσά που δαπανά ο δημόσιος τομέας, σε μισθούς, συντάξεις, επιδόματα, επιδοτήσεις, κοινωνικές παροχές, επενδύσεις (πολλές φορές άστοχες), σε προμήθειες αγαθών και υπηρεσιών και σε κάθε άλλου είδους δαπάνες ή σπατάλες, γεγονός πολύ συνηθισμένο.

Η διόγκωση της κατανάλωσης, με μοχλό τις δαπάνες του δημοσίου και τον εύκολο χαμηλότοκο δανεισμό από τις τράπεζες (καταναλωτικά δάνεια, εορτοδάνεια, διακοποδάνεια κ.α.), οδήγησε στην αύξηση των εισαγωγών, στην εγκατάλειψη της εγχώριας παραγωγής και στη δημιουργία ενός τεράστιου αριθμού μικροκαταστημάτων, μικροεπιχειρήσεων στον τομέα του εμπορίου, των προσωπικών υπηρεσιών και των ελευθέρων επαγγελμάτων. Δηλαδή διογκώθηκε ο μη παραγωγικός τομέας της οικονομίας στον οποίο εύρισκαν απασχόληση οι «μη προνομιούχοι» που έμεναν έξω από τον δημόσιο τομέα. Όταν μειώθηκαν οι κρατικές δαπάνες και κόπηκαν τα δάνεια από τις τράπεζες, αφού η χώρα πτώχευσε στην ουσία και δεν μπορούσε πλέον να δανεισθεί από το εξωτερικό, η φούσκα έσκασε, τα εισοδήματα κατέρρευσαν και προέκυψε η τεράστια ανεργία. Το σημερινό δράμα της ελληνικής οικογένειας και της κοινωνίας γενικά, ιδίως με την πρωτοφανή ανεργία των νέων και τον κίνδυνο απώλειας μιας ολόκληρης γενιάς.

Συμπεραίνεται συνεπώς ότι το βάθος της ύφεσης υπήρξε πολύ μεγαλύτερο από το αναμενόμενο από την Τρόϊκα αλλά και από την κυβέρνηση, ένεκα των ασυνήθιστα μεγάλων δομικών προβλημάτων της ελληνικής οικονομίας, αφού η παραγωγική της βάση είναι πολύ στενή και σαθρή, ενώ το εποικοδόμημα ήταν μια ετοιμόρροπη, πρόχειρη κατασκευή που κατέρρευσε.

Το ερώτημα που τίθεται διαρκώς απ’ όλους τους Έλληνες είναι: πότε θα αρχίσει η ανάκαμψη και πόσο γρήγορα θα εξελιχθεί; Και αυτό που καίει την ελληνική κοινωνία περισσότερο: πότε θα αρχίσει να μειώνεται ο αριθμός των ανέργων και σε πόσα χρόνια η ανεργία θα επανέλθει στα αποδεκτά επίπεδα; Δυστυχώς στα κρίσιμα αυτά ερωτήματα δεν μπορεί να υπάρξει ακόμα ικανοποιητική απάντηση, πριν λυθούν τα βασικά προβλήματα της οικονομίας, που την κρατούν δέσμια.

Μπορεί ο κ. Σόρος να εξέφρασε την άποψη ότι αφού η ελληνική οικονομία «έπιασε πάτο», δεν μπορεί παρά να αρχίσει γρήγορα η ανάκαμψη, αλλά δε νομίζω ότι έχουμε ακόμα πιάσει πάτο. Ο ρυθμός ύφεσης συνεχίζει να διατηρείται, σε υψηλά επίπεδα που σημαίνει ότι είναι δύσκολη η απότομη αποκλιμάκωση του για να ισορροπήσει η οικονομία σε ένα χαμηλό αλλά σταθερό σημείο, ώστε να μπορεί να αρχίσει η ανάκαμψη.

Οι θετικές εξελίξεις όσον αφορά το ενδιαφέρον ξένων επενδυτών (όχι όμως από ευρωπαϊκές χώρες) να συμμετάσχουν στις ιδιωτικοποιήσεις ή να πραγματοποιήσουν επενδύσεις σε υποδομές και δίκτυα υπηρεσιών κοινωνικής ωφέλειας, βελτιώνουν την αισιοδοξία, που είναι ουσιώδης προϋπόθεση για την ανάληψη επιχειρηματικών και κυρίως επενδυτικών πρωτοβουλιών στους τομείς παραγωγής. Το μειονέκτημα είναι ότι οι επενδύσεις σε υποδομές και δίκτυα έχουν μακρά περίοδο κυοφορίας και μικρό άμεσο αποτέλεσμα στο ΑΕΠ και στη δημιουργία μόνιμων θέσεων απασχόλησης των ανέργων. Από την άποψη αυτή η άμεση συμβολή τους στην ανάκαμψη αναμένεται περιορισμένη.

Είναι αλήθεια ότι η κυβέρνηση συνεργασίας πέτυχε σημαντικούς στόχους τους τελευταίους 12 μήνες. Η τιθάσευση του δημοσιονομικού ελλείμματος φαίνεται ότι επιτυγχάνεται. Το ίδιο και η ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών που προχωρεί ικανοποιητικά, ώστε να λυθεί το ακανθώδες πρόβλημα της ρευστότητας των επιχειρήσεων. Ιδιαίτερα αξιόλογη κρίνεται η δραστηριότητα του πρωθυπουργού, η προσήλωση του στους στόχους του μνημονίου και η προσπάθεια που καταβάλλει προσωπικά για την προσέλκυση ξένων επενδύσεων, όπου σημειώνεται σχετική επιτυχία. Τώρα έχει ο πρωθυπουργός τη δυνατότητα να διαγράψει το κακό του πολιτικό παρελθόν και να αφήσει θετικό στίγμα στην πολιτική ιστορία του τόπου. Το στοίχημα θα κερδηθεί όταν: 1) θα αναμορφωθεί πλήρως η δημόσια διοίκηση, 2) θα ολοκληρωθούν οι μεταρρυθμίσεις στην οικονομία και το κράτος, όπου παρατηρείται μεγάλη καθυστέρηση και 3) θα μπουν οι βάσεις ανάπτυξης της παραγωγής στους τομείς συγκριτικού πλεονεκτήματος, με προϋπόθεση τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας.