Αναδημοσίευση αποσπάσματος από «το μικρό βιβλίο του Φιλελευθερισμού» που εκδόθηκε από Το Φιλελεύθερο Ινστιτούτο του Ιδρύματος Φρίντριχ Νάουμαν, μεταφράστηκε από την Beyond Words Translation με την υποστήριξη του Κέντρου Φιλελεύθερων Μελετών-Μάρκος Δραγούμης

 

Frederic Bastiat *

 

Δεν υπάρχει λέξη σε όλο το λεξιλόγιο της πολιτικής οικονομίας που να αποκηρύσσουν με μεγαλύτερη οργή οι σύγχρονοι μεταρρυθμιστές από τη λέξη «ανταγωνισμός», στην οποία, για να υπογραμμίσουν την προσβολή, ανελλιπώς προσθέτουν και το επίθετο «αναρχικός».

Τι θα πει «αναρχικός ανταγωνισμός»; Δεν γνωρίζω. Τι μπορεί να τον αντικαταστήσει. Ούτε αυτό το γνωρίζω.

Βέβαια, ακούω τις κραυγές «Οργάνωση!», «Συνεταιρισμός!». Όμως τι σημαίνει αυτό; Πρέπει επιτέλους να το ξεκαθαρίσουμε. Πραγματικά, πρέπει να μάθω τι είδους εξουσία αυτοί οι γράφοντες προτείνουν να ασκήσουν επάνω μου και επάνω σε όλους τους ανθρώπους της Γης. Γιατί η αλήθεια είναι ότι η μόνη εξουσία που μπορώ να τους αναγνωρίσω είναι η δύναμη της λογικής, αν όντως μπορούν να στρατολογήσουν τη λογική στη δική τους πλευρά. Προτείνουν πράγματι να μου στερήσουν το δικαίωμα να χρησιμοποιήσω την κρίση μου σε ένα θέμα από το οποίο εξαρτάται η ίδια η ύπαρξή μου; Ελπίζουν μήπως να μου αφαιρέσουν την ικανότητα να συγκρίνω τις υπηρεσίες που παρέχω με αυτές που μου παρέχονται; Εννοούν ότι πρέπει να ενεργώ υπό τους περιορισμούς που θα επιβάλλουν αντί σύμφωνα με τις επιταγές της δικής μου σκέψης; Αν μου αφήσουν την ελευθερία μου, παραμένει και ο ανταγωνισμός. Αν μου την αφαιρέσουν, γίνομαι απλώς σκλάβος τους. Ο συνεταιρισμός θα είναι ελεύθερος και εθελοντικός, λένε. Ωραία λοιπόν! Όμως σε αυτήν την περίπτωση κάθε ομάδα με τα συνδεδεμένα μέλη της θα τίθεται εναντίον κάθε άλλης ομάδας, ακριβώς όπως άνθρωποι τίθενται εναντίον άλλων ανθρώπων σήμερα, και θα έχουμε ανταγωνισμό. Ο συνεταιρισμός θα συμπεριλαμβάνει τους πάντες, απαντούν. Εδώ το θέμα σταματά να είναι αστείο. Θέλετε να πείτε ότι ο αναρχικός ανταγωνισμός καταστρέφει την κοινωνία μας σήμερα, και ότι για να θεραπεύσουμε αυτήν την πάθηση θα πρέπει να περιμένουμε μέχρις ότου οι Γάλλοι, οι Άγγλοι, οι Κινέζοι, οι Ιάπωνες, οι Ζουλού, οι Βουσμάνοι, οι Λάπωνες, οι Κοζάκοι, οι κάτοικοι της Παταγονίας, πεπεισμένοι από τα επιχειρήματά σας, συμφωνήσουν να ενωθούν για πάντα σε μία από τις μορφές συνεταιρισμού που έχετε μηχανευθεί; Όμως προσέξτε! Έτσι απλώς αναγνωρίζετε ότι ο ανταγωνισμός δεν εξαλείφεται ποτέ.

Έχετε λοιπόν την αυθάδεια να ισχυρίζεστε ότι ένα ακατάλυτο, και συνεπώς προερχόμενο από τη θεία πρόνοια, κοινωνικό φαινόμενο μπορεί να είναι επιβλαβές;

Τελικά, τι είναι ανταγωνισμός; Είναι κάτι που υπάρχει και έχει δική του ζωή, όπως η χολέρα; Όχι. Ανταγωνισμός είναι απλώς η απουσία καταπίεσης. Στα πράγματα που με αφορούν θέλω να κάνω τις δικές μου επιλογές, και δεν θέλω να τις κάνουν άλλοι για μένα, αγνοώντας τις επιθυμίες μου – αυτό είναι όλο.

Και αν κάποιος προτείνει να υποκαταστήσει την κρίση του στη θέση της δικής μου για θέματα που με αφορούν, θα απαιτήσω να υποκαταστήσω τη δική του κρίση με τη δική μου σε θέματα που αφορούν αυτόν. Τι εγγύηση υπάρχει ότι αυτό θα βελτιώσει τα πράγματα; Είναι σαφές ότι ανταγωνισμός είναι ελευθερία.

Το να καταστρέφεις την ελευθερία του πράττειν είναι σαν να καταστρέφεις τη δυνατότητα, και συνεπώς τη δύναμη, της επιλογής, της κρίσης, της σύγκρισης. Είναι ανάλογο του να καταστρέφεις τη λογική, τη σκέψη τον ίδιο το άνθρωπο. Όποια και αν είναι η αφετηρία τους, αυτό είναι το τελικό συμπέρασμα στο οποίο πάντα καταλήγουν οι σύγχρονοι μεταρρυθμιστές μας. Για να βελτιώσουν την κοινωνία ξεκινούν καταστρέφοντας το άτομο, προφασιζόμενοι ότι όλα τα κακά προέρχονται από αυτό, λες και όλα τα καλά να μην προέρχονται και αυτά από το άτομο. Είδαμε ότι υπηρεσίες ανταλλάσσονται έναντι υπηρεσιών.

Στην τελευταία ανάλυση, ο κάθε ένας από μας έρχεται σε αυτόν τον κόσμο με την ευθύνη να ικανοποιεί τις ανάγκες του με τις δικές του προσπάθειες. Έτσι, αν κάποιος μας γλιτώσει κόπο, του οφείλουμε ανάλογη εξυπηρέτηση σε αντάλλαγμα. Οι προσπάθειές του μας απέφεραν ικανοποίηση: πρέπει να κάνουμε και εμείς το ίδιο για εκείνον.

Ποιος όμως θα κάνει τη σύγκριση; Γιατί είναι εντελώς απαραίτητο αυτές οι προσπάθειες, οι κόποι, οι υπηρεσίες που πρόκειται να ανταλλαχθούν, να συγκριθούν έτσι ώστε να προκύψει μία ισοτιμία, μία δικαία αναλογία. Ειδάλλως, θα ζούμε πάντα με αδικία, ανισότητα, εξάρτηση από το τυχαίο – δηλαδή ένας ακόμη τρόπος για να αγνοήσουμε τη μαρτυρία της ανθρώπινης λογικής.

Πρέπει λοιπόν να υπάρχει ένας ή περισσότεροι δικαστές. Ποιοι θα είναι αυτοί; Δεν είναι φυσικό, ότι σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση οι ανάγκες πρέπει να κρίνονται από αυτούς που τις έχουν, η ικανοποίηση από αυτούς που την επιδιώκουν, οι προσπάθειες από αυτούς που τις ανταλλάσσουν; Προτείνεται σοβαρά να υποκαταστήσουμε αυτή την αιώνια εγρήγορση εκ μέρους των εμπλεκομένων με μία κοινωνική εξουσία (ακόμη και εάν αυτή την ασκήσει ο ίδιος ο μεταρρυθμιστής) η οποία καλείται να ορίσει τους περίπλοκους όρους που επηρεάζουν αναρίθμητες συναλλαγές παντού στον κόσμο; Δεν είναι προφανές ότι αυτό θα οδηγούσε στην εδραίωση ενός δεσποτισμού που θα ήταν ο πιο επιρρεπής σε σφάλματα, ο πιο εκτεταμένος, ο πιο αυθαίρετος, ο πιο παρεμβατικός, ο πιο ανυπόφορος, ο πιο κοντόφθαλμος και, ευτυχώς, μπορούμε να προσθέσουμε, ο λιγότερο πιθανός, που θα μπορούσε ποτέ να φανταστεί το μυαλό κάποιου Ανατολίτη ηγεμόνα;

Αρκεί να γνωρίζουμε ότι ο ανταγωνισμός είναι απλώς η απουσία κάποιας αυθαίρετης εξουσίας που έχει θεσμοθετηθεί ως κριτής επί των συναλλαγών, για να συνειδητοποιήσουμε ότι δεν μπορεί να εξαλειφθεί. Ο παράνομος εξαναγκασμός μπορεί πράγματι να περιορίζει, να εξουδετερώνει, να εμποδίζει την ελευθερία των συναλλαγών, όπως και την ελευθερία του να περπατάς. Όμως δεν μπορεί να εξαλείψει κανένα από τα δύο χωρίς να εξαλείψει τον ίδιο τον άνθρωπο. Συνεπώς, το ερώτημα που παραμένει είναι το αν ο ανταγωνισμός συμβάλλει στην ευτυχία ή τη δυστυχία της ανθρωπότητας – ένα ερώτημα που ισοδυναμεί με το εξής: Η ανθρωπότητα έχει φυσική κλίση προς την πρόοδο ή προς την παρακμή;

Δεν διστάζω να πω ότι ο ανταγωνισμός, τον οποίο μπορούμε να καλούμε ελευθερία – παρά την αντιπάθεια που εμπνέει και τις επικρίσεις που κατευθύνονται εναντίον του- είναι ουσιαστικά ο νόμος της δημοκρατίας. Είναι ο πιο προοδευτικός, ο πιο δίκαιος, ο πιο γενικά εξισωτικός απ‘ όλους τους νόμους στους οποίους η Θεία Πρόνοια έχει εμπιστευθεί την πρόοδο της ανθρώπινης κοινωνίας. Ο νόμος του ανταγωνισμού είναι αυτός που καθιστά προσβάσιμα σε όλους την απόλαυση των πλεονεκτημάτων που η Φύση φαινόταν να έχει παραχωρήσει δωρεάν σε λίγες μόνο χώρες. Ο ίδιος αυτός νόμος είναι αυτός που καθιστά προσβάσιμα σε όλους τις κατακτήσεις της Φύσης που άνδρες μεγαλοφυείς του κάθε αιώνα μεταφέρουν στις επόμενες γενιές σαν κληρονομιά, αφήνοντας μόνο συμπληρωματικές εργασίες να γίνουν, που ανταλλάσσουν χωρίς να πετυχαίνουν να ανταμείβονται, όπως θα ήθελαν, για τη συνεργασία των φυσικών πόρων. Και αν, όπως πάντα συμβαίνει στην αρχή, η αξία αυτής της εργασίας δεν είναι ανάλογη της έντασής της, είναι και πάλι ο ανταγωνισμός ο οποίος, με την ανεπαίσθητη αλλά συνεχή επενέργειά του, επαναφέρει μία δικαιότερη και πιο επακριβή ισορροπία από αυτή που θα μπορούσε να πετύχει η τόσο επιρρεπής σε σφάλματα σοφία οιασδήποτε ανθρώπινης γραφειοκρατίας.

Η κατηγορία ότι ο ανταγωνισμός τείνει να δημιουργήσει ανισότητες απέχει πολύ από την αλήθεια. Αντιθέτως, όλες οι τεχνητές ανισότητες προέρχονται από την απουσία ανταγωνισμού. Και αν η απόσταση που χωρίζει τον Δαλάι Λάμα από έναν παρία είναι μεγαλύτερη από αυτή που χωρίζει τον Πρόεδρο από έναν τεχνίτη στις Ηνωμένες Πολιτείες, ο λόγος είναι ότι ο ανταγωνισμός (ή η ελευθερία) καταστέλλεται στην Ασία, ενώ στην Αμερική όχι. Επομένως, ενώ οι σοσιαλιστές βλέπουν στον ανταγωνισμό την πηγή κάθε κακού, στην πραγματικότητα είναι οι επιθέσεις κατά του ανταγωνισμού που συνθέτουν όλα εκείνα τα στοιχεία που εργάζονται κατά κάθε τι καλού. Παρ‘ όλο που ο μεγάλος αυτός νόμος έχει παρανοηθεί από τους σοσιαλιστές και τους υποστηρικτές τους, παρ‘ όλο που είναι συχνά σκληρός στη λειτουργία του, δεν υπάρχει νόμος που να είναι πλουσιότερος σε κοινωνική αρμονία, πιο ευεργετικός ως προς τα γενικά του αποτελέσματα. Κανένας άλλος νόμος δεν επικυρώνει τόσο καταφανώς την απέραντη υπεροχή των σχεδίων των Θεού έναντι μάταιων ανθρώπινων επινοήσεων.

Σε αυτό το σημείο πρέπει να υπενθυμίσω στον αναγνώστη αυτό το περίεργο αλλά αναμφισβήτητο αποτέλεσμα της κοινωνικής τάξης που έχω αναλύσει πιο πάνω, επειδή πολύ συχνά η δύναμη της συνήθειας μάς κάνει να το παραβλέπουμε. Μπορεί να περιγραφεί ως εξής: Ο συνολικός αριθμός των αγαθών που απολαμβάνει κάθε μέλος της κοινωνίας είναι πολύ μεγαλύτερος από τον αριθμό που θα μπορούσε να εξασφαλίσει με τις δικές του προσπάθειες.

Με άλλα λόγια, υπάρχει μία προφανής δυσαναλογία μεταξύ της κατανάλωσής μας και της εργασίας μας. Αυτό το φαινόμενο, το οποίο όλοι μπορούμε εύκολα να παρατηρήσουμε εξετάζοντας απλώς τη δική μας κατάσταση, θα έπρεπε, πιστεύω, να μας εμπνέει με μία αίσθηση ευγνωμοσύνης προς την κοινωνία στην οποία το οφείλουμε.

Ερχόμαστε στον κόσμο στερημένοι από κάθε άποψη, βασανισμένοι από αναρίθμητες επιθυμίες και έχοντας μόνο εφόδιο τα προσόντα μας για να τις ικανοποιήσουμε. Φαίνεται, καταρχήν, ότι το μέγιστο που θα μπορούσαμε να ελπίζουμε θα ήταν ανταλλάγματα ανάλογα της εργασίας μας. Αν έχουμε περισσότερα, απείρως περισσότερα, σε τι οφείλουμε το πλεόνασμα; Ακριβώς σε αυτήν τη φυσική τάξη της κοινωνίας την οποία συνεχώς χλευάζουμε, όταν δεν προσπαθούμε να την καταστρέψουμε.

Το φαινόμενο είναι καθεαυτό πραγματικά εκπληκτικό. Καταλαβαίνουμε ότι ορισμένοι άνθρωποι καταναλώνουν περισσότερα απ‘ όσα παράγουν, αν, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, ιδιοποιούνται τα δικαιώματα των άλλων και λαμβάνουν υπηρεσίες χωρίς να παρέχουν άλλες σε αντάλλαγμα. Πώς όμως μπορεί αυτό να ισχύει για όλους τους ανθρώπους ταυτόχρονα; Πως γίνεται αφού ανταλλάξουν τις υπηρεσίες τους δίκαια χωρίς εξαναγκασμό ή ληστεία, ο κάθε ένας να μπορεί να πει με ειλικρίνεια για τον εαυτό του: καταναλώνω σε μία ημέρα περισσότερα απ‘ όσα θα μπορούσα να παράγω σε εκατό χρόνια;

Ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται ότι το πρόσθετο στοιχείο που λύνει το πρόβλημα είναι η όλο και πιο αποτελεσματική συμβολή των δυνάμεων της Φύσης στην εργασία της παραγωγής. Είναι γεγονός ότι όλο και περισσότερη χρηστικότητα γίνεται δωρεάν προσβάσιμη από όλους. Ότι οι δυνάμεις της θερμότητας, του ψύχους, του φωτός, της βαρύτητας, της φυσικής έλξης, της ελαστικότητας, σταδιακά υποκαθιστούν την εργασία του ανθρώπου και μειώνουν την αξία των υπηρεσιών του, καθιστώντας ευκολότερη τη διεκπεραίωσή τους.

Σίγουρα έχω εξηγήσει πολύ άσχημα τη θεωρία της αξίας αν ο αναγνώστης πιστεύει ότι η αξία μειώνεται αμέσως και αυτομάτως τιθασεύοντας απλώς τις δυνάμεις της Φύσης και αποδεσμεύοντας την εργασία του ανθρώπου. Όχι, αυτό δεν συμβαίνει. Γιατί τότε θα μπορούσαμε να πούμε, όπως πράγματι λένε οι Άγγλοι οικονομολόγοι, ότι η αξία είναι ευθέως ανάλογη της εργασίας. Ο άνθρωπος που χρησιμοποιεί τη δωρεάν δύναμη της Φύσης εκτελεί τις εργασίες του ευκολότερα αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι ως εκ τούτου παραιτείται οικειοθελώς από κάποιο τμήμα της αποζημίωσης που έχει συνηθίσει να εισπράττει. Για να υποχρεωθεί να το κάνει απαιτείται κάποια εξωτερική πίεση – βαριά, αλλά όχι άδικη. Η πίεση αυτή είναι ο ανταγωνισμός. Όσο δεν παρεμβαίνει, όσο ο άνθρωπος που χρησιμοποιεί τη δύναμη της Φύσης παραμένει κύριος του μυστικού του, ότι δηλαδή η δύναμη της Φύσης ναι μεν παρέχεται δωρεάν αλλά προς το παρόν όχι σε όλους, η κατάκτηση της Φύσης έχει επιτευχθεί, αλλά προς όφελος μόνο ενός ανθρώπου ή μίας τάξης. Δεν ωφελεί ακόμη όλη την ανθρωπότητα. Τίποτε δεν έχει αλλάξει στον κόσμο, εκτός του ότι ένας τομέας παροχής υπηρεσιών, αν και εν μέρει ανακουφισμένος από το βάρος των κόπων του, εξακολουθεί να απαιτεί την κανονική τιμή. Από τη μία πλευρά έχουμε έναν άνθρωπο που ζητά την ίδια ποσότητα εργασίας από τους συνανθρώπους του όπως και πριν, ενώ τους προσφέρει μειωμένη ποσότητα της δικής του εργασίας.

Και από την άλλη, όλη την ανθρωπότητα, που εξακολουθεί να υποχρεώνεται να κάνει τις ίδιες θυσίες χρόνου και κόπου για να εξασφαλίσει ένα αγαθό το οποίο σήμερα παράγεται εν μέρει από τη Φύση.

Αν τα πράγματα παρέμεναν σε αυτήν την κατάσταση, κάθε νέα εφεύρεση θα έφερνε στον κόσμο μία ακόμα πηγή συνεχώς επεκτεινόμενης ανισότητας. Όχι μόνο δεν θα μπορούσαμε να πούμε ότι η αξία είναι ανάλογη της εργασίας, αλλά ούτε καν ότι η αξία τείνει να γίνει ανάλογη της εργασίας. Όλα όσα αναφέραμε στα προηγούμενα κεφάλαια σχετικά με τη δωρεάν χρηστικότητα και την τάση προς μεγέθυνση του κοινού κτήματος, θα ήταν πλασματικά. Δεν θα ήταν αληθές το ότι οι υπηρεσίες ανταλλάσσονται με υπηρεσίες με τρόπο τέτοιο ώστε τα δώρα του Θεού να μεταφέρονται, δωρεάν, από άνθρωπο σε άνθρωπο, έως ότου φτάσουν στον απώτερο καταναλωτή. Όποιος είχε καταφέρει μία φορά να εκμεταλλευθεί κάποιο στοιχείο των δυνάμεων τη Φύσης, θα χρέωνε τη χρήση του αιωνίως, επιπλέον της εργασίας του. Με άλλα λόγια, η ανθρωπότητα θα ήταν οργανωμένη βάσει της αρχής ενός οικουμενικού μονοπωλίου, αντί της αρχής μίας επικράτειας ολοένα περισσοτέρων εργαλείων τα οποία είναι διαθέσιμα δωρεάν σε όλους.

Όμως αυτό δεν συμβαίνει στην πραγματικότητα. Ο Θεός έχει προσφέρει στα πλάσματά Του τα δώρα της θερμότητας, του φωτός, της βαρύτητας, του αέρα, του νερού, του εδάφους, των θαυμάτων της ζωής των φυτών, του ηλεκτρισμού και πολλών άλλων ευλογιών – τόσο πολλών, που δεν μπορούν να απαριθμηθούν.

Και όπως ακριβώς ο Θεός έχει εμφυτεύσει στην καρδιά κάθε ανθρώπου μία επιδίωξη να προάγει το προσωπικό του συμφέρον, το οποίο σαν μαγνήτης έλκει τα πάντα προς τον εαυτό του, έχει επίσης προσφέρει στην κοινωνία ένα άλλο βασικό κίνητρο, του οποίου η λειτουργία είναι να διατηρεί τα δώρα του Θεού όπως ήταν σχεδιασμένα εξαρχής: δωρεάν και κοινά για όλους. Το κίνητρο αυτό είναι ο ανταγωνισμός.

Συνεπώς, η επιδίωξη του προσωπικού συμφέροντος είναι αυτή η ανίκητη ατομιστική δύναμη μέσα μας που μας ωθεί προς την πρόοδο και την ανακάλυψη, αλλά συγχρόνως μας προδιαθέτει να μονοπωλήσουμε τις ανακαλύψεις μας. Ο ανταγωνισμός είναι η εξίσου αλύγιστη ανθρώπινη φύση, η οποία αρπάζει την πρόοδο, αμέσως όταν επιτυγχάνεται, από τα χέρια του ατόμου, και τη θέτει στη διάθεση όλης της ανθρωπότητας. Αυτές οι δύο δυνάμεις, τις οποίες μπορεί και να αποδοκιμάσει κανείς αν τις εξετάσει αυτοτελώς, συνδυάζονται μεταξύ τους για να δημιουργήσουν κοινωνική αρμονία.

Και μπορούμε παρεμπιπτόντως να πούμε ότι δεν μας εκπλήσσει ότι ο ατομικισμός, όπως εκφράζεται μέσα από την προαγωγή του προσωπικού συμφέροντος του ατόμου όταν είναι παραγωγός, πάντα επαναστατεί κατά της ιδέας του ανταγωνισμού, τον οποίο αποκηρύσσει επιστρατεύοντας μέσα όπως τη δύναμη, την πονηριά, τα προνόμια, την σοφιστεία, τα μονοπώλια, τους περιορισμούς, τις κυβερνητικές παρεμβάσεις, κ.λπ. Η ανηθικότητα των μέσων αυτών αποκαλύπτει πεντακάθαρα την ανηθικότητα του σκοπού του. Όμως το εντυπωσιακό και ατυχές γεγονός είναι ότι η πολιτική οικονομία –εννοώ την ψεύτικη πολιτική οικονομία- που αναπαράγουν με τόσο ενθουσιασμό οι σχολές του σοσιαλισμού, έχει, στο όνομα της αγάπης για την ανθρωπότητα, της ισότητας και της αδελφότητας, ασπαστεί τους στόχους της στενότερης μορφής ατομικισμού, και έχει εγκαταλείψει τους στόχους της ανθρωπότητας.

 

από: Frederic Bastiat, Economic Harmonies [1849], μετάφραση προς τα Αγγλικά

W. H. Bayers, Irvington-on-Hudson, NY, 1964, σελ. 284-290.

 

Frederic Bastiat (1801-1850), εκδότης του Journal des Εconomistes, ήταν ίσως ο πιο σημαντικός Γάλλος δημοσιογράφος στο στρατόπεδο των υπέρμαχων του ελεύθερου εμπορίου κατά τον 19ο αιώνα. Το έργο του Harmonies economiques, το οποίο δημοσιεύθηκε το 1849 και είναι η πηγή του αποσπάσματος που παρατίθεται εδώ, είχε διαχρονική επιρροή στο κίνημα υπέρ του ελεύθερου εμπορίου σε όλη την Ευρώπη, και ιδιαίτερα στη Γερμανία, όπου δημοσιεύθηκε το 1850 σε μετάφραση του John Prince-Smith. Αν και το συγγραφικό ύφος του Bastiat, το οποίο ο Ludwig von Mises σωστά επαίνεσε λέγοντας ότι „χαίρεσαι να το διαβάζεις“, παραμένει ελκυστικό για τους αναγνώστες της δικής μας εποχής, ο Bastiat έχει δυστυχώς –και αδίκως- ξεχαστεί κάπως στην Ευρώπη. Στις ΗΠΑ, τα βιβλία του, που είναι γεμάτα αισιοδοξία για την ιδέα της οικονομικής ελευθερίας, παραμένουν δημοφιλή ανάμεσα στους οικονομολόγους με κλασικό φιλελεύθερο προσανατολισμό.

 

Πηγή: Κέντρο Φιλελεύθερων Μελετών –Μάρκος Δραγούμης