Γράφει ο Αθανάσιος Παπανδρόπουλος

Δημοσιεύθηκε στην Εστία στις 28 Σεπτεμβρίου 2013

 

Έχουμε μια απορία. Ίσως αυτή να οφείλεται στο γεγονός ότι πρέπει να υπάρχουν πολύ σοβαρά κενά στις οικονομικές γνώσεις μας, που δεν επιτρέπουν να καταλάβουμε αναλύσεις και διαπιστώσεις ογκόλιθων της οικονομικής επιστήμης και εν γένει πολιτικής οικονομίας. Ιδού σε τι έγκειται η απορία:

Από το 2007 και μετά, στον διεθνή Τύπο έχουν καταμετρηθεί από το Google κάπου 13.600.000 άρθρα σε εφημερίδες και περιοδικά που επισημαίνουν και υπογραμμίζουν σε όλους τους τόνους ότι η χρηματοοικονομική κρίση που ξεκίνησε από τα χαμηλής ασφάλειας ενυπόθηκα δάνεια στις ΗΠΑ και επεκτάθηκε στο σύνολο του αναπτυγμένου κόσμου, είναι μία ακόμη κρίση του καπιταλισμού, η οποία αυτή τη φορά οφείλεται στην νεοφιλελεύθερη απληστία και στα αρπακτικά όρνεα των αγορών.

Διαχωρίζοντας την θέση του από τα τελευταία, ο πλέον επώνυμος κερδοσκόπος της τελευταίας 20ετίας, καθήμενος άνετα σε μία περιουσία 10 δισεκατομμυρίων δολαρίων η οποία αποκτήθηκε την οκταετία 1992-2000, παραδίδει σήμερα μαθήματα χρηματοοικονομικής ηθικής – όχι χωρίς να επενδύσει σοβαρά ποσά στην πτώση του ευρώ. Έτσι, συντάσσεται και αυτός με την χορωδία της νέας αντικαπιταλιστικής και αντιφιλελεύθερης «σχολής σκέψεως», μοιράζοντας αρκετά εύκολα κερδισμένο χρήμα σε μη κυβερνητικές οργανώσεις του πρώην κομμουνιστικού κεντροευρωπαϊκού χώρου.

Πολύ ωραία όλα αυτά. Όμως, αυτός ο καπιταλισμός που βρίσκεται σε κρίση, ποιος είναι;

Ανατρέχοντας στην οικονομική ιστορία, διαπιστώνει κανείς ότι, στις αρχές του 20ου αιώνα, στον σημερινό αναπτυγμένο κόσμο η κρατική συμμετοχή στον σχηματισμό του Ακαθάριστου Εσωτερικού Προϊόντος έφθανε κατά μέσον όρο το 11%, με αιχμές το 18% στην Αυστραλία και το 17% στην Ελβετία. Στο άλλο άκρο βρισκόταν, με 7% οι ΗΠΑ και οι σκανδιναβικές χώρες.

Ένα έτος πριν τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, το ποσοστό αυτό είχε ανέβει στο 13%, κυρίως λόγω της αναπτύξεως του κράτους πρόνοιας. Μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο παρατηρείται άνοδος που οδηγεί το μέσο ποσοστό στο 24% και από το 1939 το σχετικό ποσοστό φθάνει στο 29% με αιχμή την Γαλλία (31%), προφανώς λόγω μέτρων που είχε λάβει το Λαϊκό Μέτωπο του σοσιαλιστή ηγέτη Λέοντα Μπλούμ.

Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο η κρατική παρέμβαση στην οικονομία εκτινάσσεται, για να φθάσει το 40% του ΑΕΠ των βιομηχανικών χωρών το 1960, με αιχμή την Σουηδία στην οποία το σχετικό ποσοστό ξεπερνά το 60%! Ακολουθούν η Γαλλία με 55% και η Ιταλία με 53%. Δικαιώνεται, έτσι, η πρόβλέψη του Μουσολίνι, ο οποίος το 1936 δηλώσει ότι «ο 20ος αιώνας θα είναι αυτός του κράτους». Εξαίρεση στον κανόνα αυτόν αποτελούν οι ΗΠΑ, στις οποίες το σχετικό ποσοστό βρίσκεται στο 35%, έχοντας τριπλασιαστεί σε σύγκριση με το αντίστοιχο του 1920.

Σήμερα, στον αναπτυγμένο κόσμο η κρατική συμμετοχή στον σχηματισμό του ΑΕΠ του έχει σταθεροποιηθεί στο 52% – με εξαίρεση πάντα τις ΗΠΑ, όπου το αντίστοιχο ποσοστό κυμαίνεται από 40% έως 44%, με τάση ωστόσο ανοδική τους τελευταίους μήνες. Στον αναπτυσσόμενο κόσμο τα αντίστοιχα ποσοστά πλησιάζουν το 65%, γεγονός που θέτει πολλά ερωτήματα ως προς την ικανότητα των οικονομιών αυτών να διατηρήσουν θετικούς ρυθμούς αναπτύξεως.

Ήδη, η μαζική φυγή κεφαλαίων από την Ινδία, η κοινωνική κρίση στην Βραζιλία, η άνοδος της παρατραπεζικής οικονομίας στην Κίνα και η πλήρης επενδυτική άπνοια στην Ρωσία φέρνουν στο προσκήνιο τα σοβαρά προβλήματα των πιο πάνω οικονομιών, στις οποίες θριαμβεύει ένας κρατικός καπιταλισμός που προσπαθεί να λειτουργεί με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια. Τα δε κρατικά επενδυτικά ταμεία του καπιταλισμού αυτού, κατά την Παγκόσμια Τράπεζα το 2011 πραγματοποίησαν το 54% των άμεσων διεθνών επενδύσεων και έχουν υπό τον έλεγχο τους το 37% της παγκόσμιας αποταμιεύσεως. Αν στο ποσοστό προσθέσουμε και τα αντίστοιχα ποσοστά των κρατικών επενδυτικών ταμείων στον αραβικό κόσμο, στην Αφρική και στις υπόλοιπες αναπτυσσόμενες χώρες, τότε φθάνουμε σε επίπεδα άνω του 70% – που σημαίνει ότι στην ουσία η παγκόσμια αποταμίευση είναι κρατικά ελεγχόμενη. Όπως, βεβαίως, πλήρως κρατικά ελεγχόμενα είναι και τα νομίσματα στα οποία εκφράζεται η αποταμίευση αυτή.

Συνεπώς, όταν ομιλούμε για κρίση του καπιταλισμού και του νεοφιλελευθερισμού, πολύ θα παρακαλούσαμε τους ογκόλιθους της οικονομικής σκέψεως να προσδιορίσουν: από πότε ο κρατικός καπιταλισμός απέκτησε συγγενικούς δεσμούς με την φιλελεύθερη αντίληψη και πρακτική για την οικονομία;

Αντιθέτως, μία ανανέωση της αναγνώσεως του συνολικού έργου κορυφαίων φιλελεύθερων στοχαστών (φόν Μίζες, Χάγιεκ, ντε Ζουβενέλ, κ.α.), αλλά και του κεϋνσιανού νομπελίστα Αμάρτυα Σέν, πείθει ότι η οξεία κρίση που βιώνουν οι αναπτυγμένες οικονομίες είναι στην ουσία το αποτέλεσμα δυσλειτουργιών της μεικτής οικονομίας που κυριαρχεί στον δυτικό κόσμο και η οποία πάσχει ως προς το σπάταλο κρατικό σκέλος της.

Αυτό αναγνωρίζει, εμμέσως πλήν σαφώς, και ο Γάλλος σοσιαλιστής οικονομολόγος και πρώην σύμβουλος του Φρανσουά Μιττεράν, κ. Ζάκ Ατταλί, οποίος στο τελευταίο βιβλίο του «Παγκόσμια Κατάρρευση σε 10 Χρόνια;» (εκδ. Παπαδόπουλος), αναγνωρίζει χωρίς περιστροφές ότι η παγκόσμια χρηματοοικονομική ωρολογιακή βόμβα είναι τα δημόσια χρέη στην Δύση και η ραγδαία μείωση της ανταγωνιστικότητος των επιχειρήσεων της που έχουν να ανταγωνισθούν τις κρατικοδίαιτες επιχειρήσεις του αναπτυσσόμενου κόσμου. Στο πλαίσιο αυτό, ο κ. Ζάκ Ατταλί προτείνει, ως λύση στα προβλήματα, περισσότερη κρατική παγκόσμια διακυβέρνηση – που σημαίνει και λιγότερη οικονομική ελευθερία.

Με άλλα λόγια, ως λύση στο παγκόσμιο πρόβλημα του κρατισμού προτείνεται περισσότερος κρατισμός!