Γράφει ο Ιωάννης Ληξουριώτης*

Δημοσιεύθηκε στο www.zeronews.gr

 

Στη χώρα μας, όλοι τάσσονται υπέρ ή κατά της «θεωρίας των δύο άκρων», χωρίς ωστόσο να αποσαφηνίζεται η ουσία αυτής της «θεωρίας». Τι ακριβώς αναλύει η θεωρία αυτή –υποτίθεται ότι μια θεωρία είναι ένα αναλυτικό εργαλείο, που επεξηγεί την πραγματικότητα– και πόσο χρήσιμη μπορεί να είναι;

 

Κατ’ αρχάς, τι αποτελεί «άκρο» στη γραμμική έκταση του πολιτικού φάσματος και ποιος και με ποια κριτήρια το ορίζει ή το κρίνει αυτό;

Πριν τρία-τέσσερα χρόνια όλοι πιστεύαμε ότι το ακραίο σημείο, τις «Ηράκλειες στήλες» της ελληνικής «δεξιάς» κατείχε το κόμμα του ΛΑΟΣ. Η Χρυσή Αυγή υπήρχε και τότε, αλλά κανείς δεν ασχολείτο σοβαρά μαζί της. Σε λίγο, μόλις δημιουργήθηκαν οι ΑΝΕΛ, πολλοί άρχισαν να αναρωτιούνται μήπως τη θέση της «ακροδεξιάς» την έλαβε το κόμμα του κ. Καμμένου. Εδώ και ένα χρόνο περίπου, όταν η ναζιστική Χρυσή Αυγή γιγάντωσε, τότε στη θέση του δεξιού «άκρου» στάθηκε πλέον η Χρυσή Αυγή.

Από την άλλη πλευρά, την «αριστερά», επί έναν περίπου αιώνα, τη θέση του «άκρου» την κρατούσε το Κομμουνιστικό Κόμμα. Μια περίοδο, μάλιστα, ως «ένοπλο άκρο», συγκρούστηκε σφοδρώς με το ελληνικό αστικό κράτος, με όλες τις τραγικές επιπτώσεις. Κανείς δεν αμφισβητούσε τη θέση του αυτή, ούτε καν αυτό το ίδιο. Μετά τη μεταπολίτευση, οπότε το ΚΚΕ νομιμοποιήθηκε και άρχισε να εκπροσωπείται στη Βουλή, όλοι έπαψαν, ομοθυμαδόν, να θεωρούν τους κομμουνιστές ακροαριστερούς, αν και τίποτα ουσιώδες δεν είχε αλλάξει στις πολιτικές του θέσεις και προσδοκίες. Σ’ αυτό, ασφαλώς, βοήθησε η ταυτόχρονη περίπου εμφάνιση της «αριστερής» τρομοκρατίας της 17 Νοέμβρη και των επιγόνων της, που συντάραξαν το πανελλήνιο με τις πολιτικές δολοφονίες και δολιοφθορές.

Ωστόσο, ούτε οι τρομοκράτες θεωρήθηκαν «άκρο» του ελληνικού πολιτικού φάσματος. Οι στυγερές τους δολοφονίες ορίζονταν από τις «προοδευτικές» εφημερίδες ως «εκτελέσεις» και η δράση τους χαρακτηριζόταν «αντικαπιταλιστικός ένοπλος αγώνας». Όμως, πέραν της οργανωμένης ένοπλης τρομοκρατίας, ούτε τα κάθε είδους γκρουπούσκουλα (οι αποκαλούμενοι «γνωστοί άγνωστοι»), που επί δεκαετίες διαλύουν με κάθε ευκαιρία τα αστικά κέντρα της χώρας, καίνε, σπάζουν, πλιατσικολογούν, θεωρήθηκαν ποτέ πολιτικό «άκρο». Φαίνεται, μάλλον, ότι το ενδιαφέρον της θεωρίας αυτής αρχίζει από τότε που μια πολιτική ομάδα καταφέρνει να εκπροσωπηθεί στη Βουλή των Ελλήνων, οπότε αρχίζει και το μοίρασμα της «πίτας».

Τίθεται λοιπόν το ερώτημα: ποια συστατικά στοιχεία πρέπει να συντρέχουν για να χαρακτηριστεί μια πολιτική ομάδα «άκρο»; Η ιδεολογία που πρεσβεύει; Δηλαδή η επιδίωξη της ανατροπής της αστικής μας δημοκρατίας και η εγκατάσταση ενός οποιασδήποτε φύσης ολοκληρωτικού καθεστώτος; Αρκεί η επιδίωξη αυτή ή απαιτείται να ακολουθείται και από μια πρακτική που πράγματι χρησιμοποιεί τη βία; Ως προς τη Χρυσή Αυγή τα πράγματα είναι ξεκάθαρα. Η ΧΑ είναι μόνο «βία», δεν είναι τίποτε άλλο.

Όμως, εάν η ιδεολογία που ενστερνίζεται ένας πολιτικός φορέας διακηρύσσει απερίφραστα την αναγκαιότητα της προσφυγής στη βία για την επίτευξη της επιδιωκόμενης ανατροπής της αστικής δημοκρατίας, χωρίς όμως να προσφεύγει σ’ αυτήν γιατί δεν έχουν «ωριμάσει» οι συνθήκες (βλ. μεταπολιτευτικό ΚΚΕ);

Αντίστροφα, εάν η πολιτική θεωρία από την οποία εμφορείται ένα κόμμα δεν εμπεριέχει τη βία σαν αναγκαίο στοιχείο των επιδιώξεών του για την κατάκτηση της εξουσίας (ΣΥΡΙΖΑ, ΑΝΕΛ), αλλά, όμως, ο καθημερινός του λόγος και πρακτική υποκινεί, άμεσα ή έμμεσα, τους πολίτες σε βίαιες συμπεριφορές ή, πάντως, υποθάλπει αυτές; Προσεγγίζουν ή αγγίζουν οι φορείς αυτοί ένα ακραίο σημείο του πολιτικού φάσματος;

Και τι είναι, άραγε, «βία»; Το θανατηφόρο μαχαίρωμα ενός Έλληνα πολίτη; Το φονικό ενός αλλοδαπού; Το σπάσιμο της μπάρας στα διόδια; Ο ξυλοδαρμός πολιτικού; Η κατάληψη ενός σχολείου ή ενός Πανεπιστημίου με σοβαρές υλικές καταστροφές; Ο εμπρησμός μιας τράπεζας με δύο-τρεις καμένους πολίτες ή και ο κ. Καμμένος που φανατίζει τον κόσμο να λυντσάρουν αντιφρονούντες;

Και εδώ προκύπτει η σχέση βίας και λαϊκισμού. Δεν είναι ο λαϊκισμός και η δημαγωγία που φουντώνει τα πολιτικά πάθη, δημιουργεί «εχθρούς», «προδότες», «σκοτεινά σχέδια» και έτσι διεγείρει σε απείθεια τους πολίτες; Δεν είναι αυτός που οδηγεί στα «άκρα» από οποιονδήποτε «άμβωνα» και εάν κηρύσσεται; Με άλλα λόγια, ο λαϊκισμός δεν ωθεί προς ακρότητες και συνεπώς κατασκευάζει «ακραίους πολίτες»; Έχει σημασία εάν ο «ακραίος πολίτης» θεωρεί τον εαυτό του ναζιστή, μεταφασίστα, αντισυστημικό, αριστερό ή οτιδήποτε άλλο; Ο αφιονισμένος από τη λαϊκιστική παπαρούνα τραμπούκος έχει σημασία στο όνομα ποιας ιδεολογίας ή ποιων «πιστεύω» δέρνει, δολοφονεί, καταστρέφει ιδιωτικές και κρατικές περιουσίες;

Μήπως λοιπόν πρέπει να αρχίσουμε να βλέπουμε πίσω από το φαινόμενο της πολιτικής βίας ως κύρια αιτία το λαϊκισμό και όποιον «κλίνει ευλαβικά το γόνυ», αδιάκριτα, σε κάθε απαίτηση του λαού; Δεν είναι αυτονόητο ότι ένας πολεμικός λαϊκισμός, αργά ή γρήγορα θα παράξει βία; Εξάλλου, ο ακραίος λαϊκισμός δεν ήταν το κύριο συστατικό στοιχείο κάθε ναζιστικής, φασιστικής, σταλινικής και κάθε άλλου είδους ολοκληρωτικής πολιτικής παρέμβασης;

Μήπως τελικά η «θεωρία των δύο άκρων» είναι και αυτή μια έκφραση του «λαϊκισμού» που επιδιώκει να αντιπαραθέσει τους πολίτες, χωρίς να μας βοηθά να εξετάσουμε την ουσία των πραγμάτων και να καταλάβουμε ότι η κάθε πολιτική βία, από οπουδήποτε και εάν προέρχεται αποτελεί «άκρο», ότι ο αυτός ο ίδιος ο λαϊκισμός είναι «άκρο».

* Ο Ιωάννης Ληξουριώτης είναι καθηγητής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο

 

Πηγή: ZERO news