Κεντρικό άρθρο Εστίας στις 2 Νοεμβρίου 2013
Ωμή παραβίασις του Συντάγματος
Σε ποιόν ανήκει η ελληνική γη; Στο κράτος ή στους πολίτες του; Κατά το Σύνταγμα ανήκει στους πολίτες. Και μάλιστα η ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του κράτους. Το άρθρο 17 ορίζει:
– Η ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του Κράτους, τα δικαιώματα όμως που απορρέουν από αυτή δεν μπορούν να ασκούνται σε βάρος του γενικού συμφέροντος.
– Κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει, και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση, που να ανταποκρίνεται στην αξία του απαλλοτριουμένου.
– Η αποζημίωση, εφόσον συναινεί ο δικαιούχος, μπορεί να καταβάλλεται και σε είδος ιδίως με τη μορφή της παραχώρησης κυριότητας άλλου ακινήτου ή της παραχώρησης δικαιωμάτων επί άλλου ακινήτου.
– Πριν καταβληθεί η αποζημίωση διατηρούνται ακέραια όλα τα δικαιώματα του ιδιοκτήτη και δεν επιτρέπεται η κατάληψη. Η αποζημίωση δεν υπόκειται, ως αποζημίωση, σε κανένα φόρο, κράτηση ή τέλος.
Ο φόρος κατοχής
Αυτά ορίζει το Σύνταγμα. Όμως σήμερα, κατά ωμή παραβίαση των διατάξεων του το κράτος υφαρπάσσει την ακίνητη περιουσία των πολιτών. Όχι με την διαδικασία της απαλλοτριώσεως, αλλά με την διαδικασία του φόρου κατοχής. Όποιος διαθέτει ένα σπίτι, ένα διαμέρισμα, ένα οικόπεδο, ένα αγροτεμάχιο ή ακόμη και ένα δικαίωμα επί της ελληνικής γης, καλείται να καταβάλη φόρο δυσανάλογο προς την αξία ή την απόδοση της περιουσίας του.
Η επιβολή φόρου ύψους 3 δις ευρώ ετησίως επί της ακινήτου ιδιοκτησίας των πολιτών νοείται μόνον σε σοσιαλιστικά καθεστώτα που επιδιώκουν να απαλλοτριώσουν την ατομική ιδιοκτησία υπέρ του κράτους. Το ποσό αυτό είναι δυσανάλογο της συνολικής αξίας των ακινήτων της χώρας, η οποία ούτως ή άλλως καταρρέει εξ αιτίας της επιβολής των φόρων.
– Πρό πενταετίας η εμπορική (αγοραία) αξία του συνόλου των ακινήτων της χώρας είχε εκτιμηθεί ότι ήταν της τάξεως του 1,1 τρις ευρώ. Τότε λοιπόν, με έναν ενιαίο φόρο ακινήτων της τάξεως του 1 τοις χιλίοις επί της αξίας, το δημόσιο μπορούσε να εισπράττη ένα ποσό της τάξεως του 1 δις ευρώ ετησίως. Η αναλογία αυτή είχε κάποια λογική. Όλοι πλήρωναν ένα λογικό ποσοστό της αξίας της ιδιοκτησίας τους, προς όφελος του δημοσίου.
– Τώρα όμως η αγοραία αξία των ακινήτων της χώρας έχει πέσει στο μισό. Δεν ξεπερνάει τα 600 δις ευρώ. Και από την θεωρητική αυτή αξία – δοθέντος ότι δεν λειτουργεί πλέον η κτηματαγορά – το κράτος θέλει να εισπράττη ως φόρο κατοχής 3 δις ευρώ ετησίως. Δηλαδή ποσοστό εξαπλάσιο εκείνου που εισέπραττε πρό πενταετίας. Και αν λόγω της επιβολής του φόρου συνεχισθή η κατάρρευσις της κτηματαγοράς, το ποσοστό αυτό θα αυξάνεται διαρκώς.
Χωρίς αποζημίωση
Το ποσό των 3 δις ευρώ που θέλει να εισπράττη το δημόσιο από την ακίνητη ιδιοκτησία στερείται νομικής και ηθικής βάσεως. Πρόκειται για υφαρπαγή ξένης περιουσίας. Θα εδικαιολογείτο μόνο αν το καθεστώς της ιδιοκτησίας ήταν αντίθετο από αυτό που προβλέπει το Σύνταγμα. Δηλαδή αν ορίζετο ότι η γη ανήκει κατ’ αρχήν στο κράτος, το οποίο την παραχωρεί έναντι τιμήματος στους ιδιώτες. Ο φόρος κατοχής σε τέτοια λογική στηρίζεται.
Εδώ υπάρχει και μια άλλη σύγχυσις. Άλλο είναι τα ανταποδοτικά τέλη που πληρώνουν τα ακίνητα για τις υπηρεσίες που παρέχει το κράτος και άλλο ο φόρος κατοχής. Όταν κατέχη κάποιος μία άγονη έκταση σε μία ορεινή πλαγιά, το να πληρώνη στο κράτος φόρο κατοχής, ο οποίος καταρρακώνει την όποια αξία της, υποδηλώνει ότι τελικώς η πλαγιά ανήκει στο κράτος και όχι στον νόμιμο ιδιοκτήτη της. Τουλάχιστον το κράτος έτσι συμπεριφέρεται.
Το Σύνταγμα προστατεύει πλήρως την ιδιοκτησία. Ορίζει ότι ακόμη και για τυχόν απαλλοτρίωση πρέπει να καταβάλλεται αποζημίωσις ίση προς την αγοραία αξία του απαλλοτριουμένου. Άραγε πως συμβιβάζεται με αυτό η επιχειρούμενη από το κράτος υφαρπαγή ξένης περιουσίας χωρίς καμμία αποζημίωση; Μήπως αποκτήσαμε σοσιαλιστικό Σύνταγμα;
Αντισυνταγματικότητα Φόρου Ακινήτων