Γράφει ο Θάνος Τζήμερος

Το σκάνδαλο στον ΟΠΕΚΕΠΕ δεν είναι ένα μεμονωμένο περιστατικό διαφθοράς. Είναι χαρακτηριστικό σύμπτωμα μιας παθογένειας που διατρέχει τη δημόσια διοίκηση εδώ και δεκαετίες, για να μην πω από καταβολής ελληνικού κράτους. Όταν το κράτος ή οι μηχανισμοί της Ευρωπαϊκής Ένωσης μοιράζουν χρήμα μέσω κρατικών φορέων για να στηρίξουν κοινωνικές ή επαγγελματικές κατηγορίες, το ποιος θα πάρει και πόσα δεν είναι ποτέ μια ουδέτερη ή τεχνική διαδικασία. Είναι πολιτική. Και, κυρίως, είναι πελατειακή.
Ο ΟΠΕΚΕΠΕ είναι ο τελευταίος σε μια μακριά αλυσίδα φορέων που έχουν «εργαλειοποιηθεί» για κομματικά ή εκλογικά οφέλη. Οι επιδοτήσεις της Ε.Ε. στους αγρότες, που υποτίθεται πως στοχεύουν στην παραγωγική αναδιάρθρωση και την αγροτική ανάπτυξη, ήταν πάγιο εργαλείο χειραγώγησης: φούσκωμα στοιχείων, πλασματικά αγροτεμάχια, ψευδείς δηλώσεις, συγγενείς και φίλοι που εμφανίζονται ως αγρότες, επειδή ξέρουν ποιον να πλησιάσουν και τι να «δηλώσουν».
Το ίδιο μοντέλο έχει επαναληφθεί κάθε φορά που το κράτος στήριζε κάτι. Θυμηθείτε τις αντιστασιακές συντάξεις τις δεκαετίες του ’80 και του ’90. Η πρόθεση ήταν να τιμηθούν όσοι πραγματικά είχαν πολεμήσει στην Κατοχή. Στην πράξη, όμως, η διαδικασία μετατράπηκε σε εργαλείο απονομής πολιτικής εύνοιας και άγρας ψήφων. Χιλιάδες «αντιστασιακοί» εμφανίστηκαν από το πουθενά, με πέτσινα πιστοποιητικά και ψεύτικες κομματικές συστάσεις. Πολλοί από αυτούς στην Κατοχή ήταν νήπια. Όλοι όμως βρέθηκαν με μια ισόβια σύνταξη στο χέρι.
Ακόμα πιο χαρακτηριστική είναι η υπόθεση των αναπηρικών συντάξεων, ιδιαίτερα τη δεκαετία του 2000. Υπήρξαν νομοί της χώρας με ποσοστά «αναπήρων» που έφταναν το 15% του πληθυσμού. Άνθρωποι απολύτως υγιείς, έπαιρναν αναπηρικές συντάξεις ή επιδόματα αναπηρίας με ψεύτικες βεβαιώσεις γιατρών, που ήταν μέρος του κυκλώματος. Και όλα αυτά με πολιτική κάλυψη ή ανοχή, γιατί ο «ανάπηρος» είχε πολλά σταυρουδάκια στο χωριό.
Η πελατειακή χρήση της κρατικής στήριξης συνεχίζεται, καθώς αποτελεί πάγιο χαρακτηριστικό της πολιτικής μας. Από τα Κοινωνικά Εισοδήματα Αλληλεγγύης (ΚΕΑ), μέχρι τα επιδόματα στέγασης, από τις πλατφόρμες για την επιστροφή φόρων, μέχρι τις επιδοτήσεις ρεύματος και καυσίμων, η κατάχρηση είναι κανόνας και η χρήση η εξαίρεση. Είτε μέσω ψευδών δηλώσεων είτε μέσω παραλείψεων, είτε επειδή κάποιος μέσα στο σύστημα «βοήθησε» λίγο παραπάνω.
Ακόμη και στα ευρωπαϊκά προγράμματα ΕΣΠΑ, που αποτελούν τεράστιο όγκο ενισχύσεων προς επιχειρήσεις και επαγγελματίες, οι δικαιούχοι επιλέγονται όχι πάντα με αντικειμενικά κριτήρια, αλλά με γνώμονα τις γνωριμίες και τις πολιτικές διασυνδέσεις. Υπάρχουν επιχειρήσεις-βιτρίνες που στήθηκαν μόνο και μόνο για να «απορροφήσουν» τα κονδύλια, και μετά εξαφανίστηκαν. Υπάρχουν «σύμβουλοι» που αναλαμβάνουν να μαγειρέψουν φακέλους για λογαριασμό πελατών που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις.
Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν είναι ο ΟΠΕΚΕΠΕ καθαυτός. Είναι το μοντέλο. Όταν η διανομή του δημόσιου (ή κοινοτικού) χρήματος εξαρτάται από την κρίση διοικητικών ή κυβερνητικών φορέων, και όχι από πλήρως αυτοματοποιημένα, διαφανή και ελεγχόμενα συστήματα, τότε η διαφθορά δεν είναι παρεκτροπή. Είναι δομικό στοιχείο του μηχανισμού.
Και σαν να μην έφτανε το σκάνδαλο, ήρθε και η δήλωση του Τσιάρα, ότι το πρόστιμο που θα επιβληθεί από την Ευρωπαϊκή Ένωση θα το πληρώσουν οι Έλληνες φορολογούμενοι. Με ποια λογική – και κυρίως, με ποια ηθική – ο πολίτης που πληρώνει τους φόρους του, που δεν έχει καμία ανάμειξη στη διαφθορά ή στις πελατειακές πρακτικές, θα κληθεί να καλύψει τα πρόστιμα από τις παρανομίες κρατικών παραγόντων ή διοικήσεων που δεν λογοδότησαν ποτέ; Όταν κανείς από τους εμπλεκόμενους δεν υφίσταται προσωπικές συνέπειες – ποινικές, πειθαρχικές ή οικονομικές – τότε το μήνυμα είναι σαφές: το έγκλημα συμφέρει. Αυτός που παρανομεί και δεν πληρώνει το τίμημα, θα ξαναπαρανομήσει.
Αλλά το πρόβλημα είναι ακόμη βαθύτερο: αφορά την ίδια την έννοια της κρατικής επιδότησης ως μηχανισμού στήριξης επαγγελματικών ομάδων. Γιατί είναι δίκαιο τα χρήματα των φορολογουμένων να διοχετεύονται για να ενισχύονται συγκεκριμένες επαγγελματικές επιλογές και όχι άλλες; Αν κάποιος αποφασίσει να βοσκήσει πρόβατα ή να καλλιεργήσει χωράφια, έχει κάνει μια επαγγελματική επιλογή. Η πολιτεία δεν οφείλει να τον επιδοτεί. Οφείλει, αντιθέτως, να δημιουργεί ισότιμα και ευνοϊκά περιβάλλοντα για όλες τις επαγγελματικές δραστηριότητες: να μειώνει τη φορολογία, να απλοποιεί τη γραφειοκρατία, να ξεκαθαρίζει τις χρήσεις γης, να εγγυάται το κράτος δικαίου και μην βάζει τρικλοποδιά στην ανταγωνιστικότητα με όλες αυτές τις απίθανες «πράσινες» πατέντες που έχουν βουλιάξει την ευρωπαϊκή παραγωγή και μας κάνουν να μην μπορούμε να ανταγωνιστούμε τις χώρες της Ασίας, της Αφρικής και της Λατινικής Αμερικής, εκεί που δεν ιδρώνει το αυτί τους για το «αποτύπωμα άνθρακα», την «πράσινη μετάβαση» και τα πράσινα άλογα.
Η κρατική ενίσχυση, όσο κι αν παρουσιάζεται ως βοήθεια προς την περιφέρεια ή την πρωτογενή παραγωγή, λειτουργεί ως αντικίνητρο στην παραγωγικότητα. Οι πόροι ανακατανέμονται με όρους πολιτικής σκοπιμότητας και όχι οικονομικής αποτελεσματικότητας. Ο αγρότης ή κτηνοτρόφος δεν επενδύει για να αποδώσει περισσότερα ή καλύτερα, αλλά για να ενταχθεί στο επόμενο πρόγραμμα. Η επιβίωσή του συνδέεται με το ύψος της επιδότησης, όχι με την ανταγωνιστικότητα της παραγωγής του.
Η Ελλάδα δεν υστερεί σε ανθρώπινο δυναμικό ή φυσικούς πόρους. Υστερεί σε κανόνες. Και όσο η κρατική στήριξη παραμένει εργαλείο πολιτικής χειραγώγησης αντί για αναπτυξιακή επιλογή, τα σκάνδαλα θα συνεχιστούν. Γιατί δεν είναι εξαιρέσεις. Είναι το αναμενόμενο αποτέλεσμα ενός συστήματος που νοσεί εκ γενετής.
Got something to say? Go for it!